Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Όλα στο πρόγραμμα


Όλη μέρα έψαχνα την κατάλληλη λέξη. 
Την άκουσα στο ραδιόφωνο. «Πρόγραμμα». 
Ναι, τελικά, όλα ήταν στο πρόγραμμα.
Ίδια και απαράλλαχτα. 
Τα παιδιά που ζητωκραύγαζαν επειδή θα έχαναν μάθημα. 
Οι γονείς που δυσανασχετούσαν «ποιος θα φυλάξει 
το παιδί τόσες ώρες;».
Ο διευθυντής που θα έπρεπε να αλλάξει το πρόγραμμα.
Οι συνάδελφοι
που – για μία ακόμη φορά –
θα αυτοαναγορεύονταν σε «προσωπικό ασφαλείας»
και θα έφτιαχναν ένα τρίωρο
στα μέτρα τους.
Οι διαδηλωτές με βήμα παρέλασης,
αστυνομικοί όμως πουθενά,
αλλά στην ώρα τους τα επεισόδια
και όπως απαιτεί το πρόγραμμα η ηρωική έξοδος των ροπαλοφόρων.
Στο τέλος της γιορτής
βγήκαν οι δημοσιογράφοι να συμπεράνουν
πως το τέλος μετράει γι’ αυτούς
και … πάει … η εικόνα χάλασε!
Η μονοτονία γεννάει θλίψη.
Το μέλλον απόλυτα προβλέψιμο και πάλι όμως επικίνδυνο!
Αύριο, το «προσωπικό ασφαλείας» δε θα μας κοιτάει στα μάτια.
Στο πρώτο διάλειμμα μόνο …

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Μπλε φεγγάρι


«Μπλε φεγγάρι πάνω από το Σούνιο» 
ψιθύριζα 
και οδηγούσα στην παραλιακή 
φλερτάροντας επικίνδυνα 
με τα βράχια δεξιά 

(πάνω από τα νερά που καθρέφτιζαν την πανσέληνο)
και τα φώτα αριστερά
(να με σημαδεύουν στο δόξα-πατρί).
Η Χαρά μιλούσε για την καλύτερη διαδρομή της Αττικής,
η Δήμητρα είχε δαιμονισμένο κέφι
και η Μαρία γελούσε ευγενικά.
Με παρηγορούσε κάπως
η εικόνα του Ερρίκου Μπριόλα
να κοιτάει μπροστά και να κουνάει πέρα δώθε το τιμόνι
στην ίδια παραλιακή,
όσο ο φακός ασχολιόταν
πότε με τις ρόδες που στρίγκλιζαν στα βράχια
και πότε με τα χείλη του
βρεγμένα από το ουίσκι εκείνης της δεκαετίας.
Στην επόμενη σκηνή σχεδόν πάντα
ήταν εκτός εαυτού
με φόντο κάποια ερημική παραλία του Σαρωνικού.
Για μένα όμως επόμενη σκηνή δεν υπήρχε.
Εκατοντάδες αυτοκίνητα,
μπροστά να θέλουν κι αυτά να πάνε στην ίδια συναυλία,
πίσω να κορνάρουν που οδηγώ αργά ο άσχετος,
δεξιά κι αριστερά παρκαρισμένα να διστάζουν αν πρέπει να γυρίσουν ή να συνεχίσουν.
Λίγο μετά τα Λεγραινά σταμάτησα.
Επέστρεφα διανύοντας τις ίδιες αποστάσεις στο μισό χρόνο.
Σταματήσαμε στο προάστιο με τον περισσότερο κόσμο
και περπατούσαμε δίπλα στη θάλασσα.
Ο χρόνος είχε σταματήσει στη δεκαετία του 70
και πετούσε πάνω από τα σπίτια,
προσγειωνόταν σε τραπέζια δίπλα σε πίτσες και μπύρες,
τσιμπούσε τα ψίχουλα κάτω από τα παγκάκια
και ψάρευε με φακό στην προκυμαία.
Αυτό ήταν όλο. 

Το νερό ανάποδα


Ο αέρας δυναμώνει 
με τους ήχους της μίζας 
σε παλιό αυτοκίνητο,
μπουμπουνητά γδέρνουν 
την πόρτα του ουρανού. 

Φυσάει.

Ψιχάλες
σκαλίζουν το χώμα,
ησυχάζουν τη σκόνη
πάνω στα φύλλα.
Τα τελευταία πουλιά
εγκαταλείπουν τα κλαδιά,
τα παιδιά κλαίνε
πίσω απ’ το παράθυρο.
Βρέχει.

Και το βράδυ στ’ όνειρο
μαλώνω
με τους φίλους του χειμώνα,
τεράστια μάτια διαλύονται
και βυθίζονται σε γούρνες
με το νερό
να ταξιδεύει ανάποδα.

Μετρώντας αυτοκίνητα ή ευγενικές εκφράσεις


Στις οικογενειακές βόλτες 
– Κυριακή απόγευμα συνήθως – 
η αδερφή μου κι εγώ παίζαμε ένα παιχνίδι 
«ποιος θα εντοπίσει τα περισσότερα αυτοκίνητα CITROEN», 
ο πατέρας οδηγούσε 

και η μητέρα φώναζε να μην τσακωθούμε στο τέλος,
αλλά πάντα καταλήγαμε τα δύο αδερφάκια
σε νυχιές, κλωτσιές και χαστούκια.
Σήμερα επινόησα μία παραλλαγή.
Να μετρήσω (μόνος μου όμως) ευγενικές εκφράσεις που θα ακούσω.
Μπήκα σε μία τράπεζα,
πήρα ένα χαρτάκι από το μηχάνημα,
βάδιζα δήθεν αδιάφορος πάνω – κάτω
και κατασκόπευα τους πάντες.
Συμπέρασμα: απογοητευτικό.
Βγήκα έξω με την υποψία
μήπως πλέον οι λέξεις «συγγνώμη», «ευχαριστώ»
εξαφανίστηκαν.
Τα βλέμματά τους δε συναντιούνταν
και μια βιασύνη έβγαζαν στις κινήσεις.
Μπήκα στο αυτοκίνητο
κι αφηρημένος κοιτούσα ένα άσπρο CITROEN.
Η οδηγός μου χαμογελούσε ευγενικά,
θυμήθηκα πάλι το παιδικό παιχνίδι,
έβαλα μπροστά,
απέφυγα το βλέμμα της.
Θα μπορούσα να πω
έστω ένα «ευχαριστώ».
Τι θα έβαζε τώρα με το νου της για μένα;

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Τέρμα η μουσική

Είσαι ένας ήσυχος ανθρωπάκος
οδηγείς την ώρα που πέφτει το απόγευμα
και ξαφνικά θυμάσαι
πως κάποτε ήσουν κι εσύ παιδί.
Δυναμώνεις τη μουσική
όλο και περισσότερο
όσο η κόρη σου σε σκουντάει
"μπαμπά, μας κοιτάνε!!!"

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Στο βάθος του ονείρου όμως ...


Στο χτεσινό όνειρο 
ο χρόνος κυλούσε 
σαν αλκοόλ στα ποτήρια φίλων, 
πετούσε 
ίδιος με παλιά μελωδία 
πάνω από τον μεσημεριανό ύπνο, 
λέρωνε
όπως το κόκκινο
στα μάγουλα ερωτευμένου κοριτσιού.
Στο βάθος του ονείρου όμως,
δεν υπήρχε σκιά,
μόνο τα μάτια σου με κοίταζαν
και πάνω τους το γαλάζιο
που βουρκώνει.

Εικόνα: Henri Matisse, Le bonheur de vivre (1905-6)

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Η τελική ανταμοιβή



Συμμάζευα όλη μέρα 
βιβλία, σημειώσεις, 
χαρτιά γραμμένα, λευκά.
Έφτιαχνα αρχεία με καταλόγους. 
Πετούσα ό,τι έπειθα τον εαυτό μου 
πως δε χρειάζομαι πλέον.

Και στο μυαλό μου ήδη
από νωρίς το απόγευμα
η τελική ανταμοιβή
και σα να έβλεπα κάπου γραμμένη
τη φράση ολόκληρη.

Είχε νυχτώσει για τα καλά.
Στρίμωξα το χαρτομάνι
κάτω από το τραπέζι
Κι από το σωρό
τράβηξα ένα χαρτί.
«Προλαβαίνω μια αντίδραση,
μόνο αν την προβλέψω».

Χτύπησα στη μηχανή αναζήτησης:
«ΠΙΝΑΚΑΣ»

Διάβασα ένα άλλο χαρτί:
«Το 99% είναι νεώτεροι από μένα.
Το 80% κοιμήθηκαν
με ένα ταμπελάκι στο λαιμό».

Η μηχανή ξερνάει στα κεφαλαία:
«ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ».

Βρίσκω άλλο κείμενο:
«Απεβίωσαν σε ηλικία
που πλησιάζει τη δική μου».

Η μηχανή απαντά:
«Ο ΝΤΑΛΙ ΣΤΑ 6 ΤΟΥ
ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΑΓΕΙΡΑΣ».

«Ξαναζώ το παρελθόν
και το συγκρίνω
με ό,τι με περιβάλλει
όσο ακούω μια φωνή
που με προτρέπει
ξανά και ξανά
να ζήσω όπως όπως
ό,τι μου μένει.
Δεν έχω καμία όρεξη
να αρχίσω τρέλες».

Η μηχανή με ειρωνεύεται:
«Ο ΜΙΡΟ ΠΕΘΑΝΕ
90 ΧΡΟΝΩΝ».

Το θυμάμαι το επόμενο κείμενο.
Είχα κλειστεί στο δωμάτιο,
το έγραψα
και μετά το έκρυψα:
«Σα να βγήκα
από μια μαγική παράσταση
και τώρα όλα γύρω μου
είναι γκρίζα …
το κοστούμι μου πολύχρωμο
αλλά από πιο φθηνό ύφασμα».

Η μηχανή δε με λυπάται,
μου πετάει στα μούτρα
έναν πίνακα του Magritte
χωρίς καμιά εξήγηση.

Η εικόνα: Rene Magritte, Homesickness (1940).

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Χαμόγελα



Το αριστερό χέρι 
πασπαλισμένο με θερμαντική αλοιφή 
καίγεται και μυρίζει μέντα. 
Η κόρη μου 
παρακολουθεί mad awards 
και όλη η γειτονιά μαζί της στο πόδι 
με Νίνο και Κόκκινα Χαλιά.
Τουλάχιστον μπορώ
να γράφω στον υπολογιστή
μηνύματα στους φίλους.
Δυσκολεύομαι μόνο
δεν μπορώ με το δεξί
να αλλάξω γραμματοσειρά και
να γράψω
χαμόγελα :)

Εικόνα από Alice Vegrova

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Το μέλλον



Ποιος θα σταθεί σε χαμόγελα 
πίσω από εικόνες εξαθλίωσης 
κι ενός κόσμου που καταρρέει; 
Ποιος θα πιάσει 
τις βρισιές μέσα από σφιχτά χείλη 
και τις μυρωδιές από ύποπτα μαγειρέματα;
Κάποιος να ανακατέψει
επειγόντως τις μπογιές,
για να χρωματίσει την κατάντια μας
γιατί το μέλλον ποζάρει γυμνό.

Η εικόνα: "Evening on Karl Johan Street," by Edvard Munch, 1892

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Κλέφτης ποδηλάτου



Τα παιδικά μου καλοκαίρια
ήταν βουτηγμένα
στο άγχος των εξετάσεων.
Έπρεπε να αποστηθίσω ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
αλλά τις μπέρδευα με πεδία μαχών
και τους τύπους της φυσικής
τους έβρισκα ανακατεμένους με κανόνες γραμματικής
που έμοιαζαν τελικά με προσκοπικά τραγούδια.
Ήθελα να βγω να κάνω ποδήλατο,
αλλά δεν μπορούσα να συγκρατήσω
ονόματα, χρονολογίες, τύπους, κανόνες.
Όλα ένα κουβάρι.
Η βιβλιοθήκη στέναζε από το βάρος των βιβλίων
που είχαν καταφέρει
όλη τη χρονιά δόλιοι πλασιέ
να πουλήσουν στη μητέρα μου,
εκείνη με κοιτούσε με παράπονο
που οι σελίδες τους παρέμεναν άκοπες
κι εγώ κοιτούσα έξω από το παράθυρο
με το φόβο πως θα περνούσε το καλοκαίρι
χωρίς να το πάρω είδηση.
Εκείνο το μεσημέρι φοβήθηκα στ’  αλήθεια.
Μέναμε στο ισόγειο.
Είδα μία σκιά να γλιστράει σκυφτή
έξω από το παράθυρο.
Έτρεξα να προλάβω.
Δεν ήταν το καλοκαίρι που έφευγε στα κλεφτά.
Δεν υπήρχε κανείς.
Η σκιά είχε φτάσει ήδη
στο τέλος του δρόμου
με το ποδήλατο
που είχα αφήσει ξεκλείδωτο.