Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Έχουμε τηλέφωνο... έχουμε ίντερνετ... έχουμε Πάπα...



Κάτι χτυπούσε το παράθυρο. Σαν να είχε ζωντανέψει η τελευταία παράγραφος από τον «Φτωχούλη του Θεού». Ήταν μεγαλύτερο από το σπουργιτάκι που φανταζόταν ο Καζαντζάκης: «Ολόβρεχα ήταν τα φτερά του, κρύωνε, σηκώθηκα να του ανοίξω».
Νόμιζα πως ήμουν στο γραφείο μου, αλλά κοίταξα καλύτερα, ήμουν στην τάξη. Ο Κροίσος και ο Σόλων έψαχναν τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Η ερώτηση ακούστηκε σαν σφοδρή σύγκρουση αυτοκινήτων. Έψαξα γύρω μου να δω ποιος ρωτούσε.
«Γιατί στο Χόγκουαρτς έχουν τις ημερήσιες κουκουβάγιες;»
Νόμιζα πως ήμουν στην τάξη, αλλά κοίταξα καλύτερα, ήμουν στο γραφείο μου και ξανά ο ίδιος χτύπος στο παράθυρο.
Η Χέντβιχ, η θηλυκή χιονόλευκη κουκουβάγια του Χάρι Πότερ με κοιτούσε πίσω από το τζάμι. Τα μάτια της μιλούσαν:
«Έχω συνηθίσει να μεταφέρω εξάψαλμους, εφημερίδες, περιοδικά και μικρά δέματα. Αν θέλεις μεγαλύτερα δέματα, θα πρέπει να φύγω παρέα με άλλες δυο κουκουβάγιες. Τουλάχιστον».
Βγήκα στο προαύλιο. Όλα βρεγμένα και ο ουρανός θολός.  
Ο Έρολ, η ηλικιωμένη Μεγάλη Γκρίζα κουκουβάγια των Ουέσλι, διαγράφοντας την ελλειπτική τροχιά όλμου, προσγειώθηκε άτσαλα μπροστά στα πόδια μου χωρίς έκρηξη μόνο με αναστεναγμούς από τους πόνους μέσα σε ένα σύννεφο πουπουλένιο.
Κοίταξα ψηλά. Μια δεκαοχτούρα πετούσε χαμηλά σαν το περιστέρι του Νώε με ένα κλαδάκι στο ράμφος.
Δεν μπορούσα να δω κάτι άλλο. Ένας πόνος ανάγκαζε τα μάτια μου να κλείνουν. Κανείς δε χτυπούσε το παράθυρο και ο ήχος γινόταν διαπεραστικός, ρυθμικός, ενοχλητικός… Οδήγησα μέχρι το σχολείο μηχανικά. Μιλούσα με τα παιδιά, τους δασκάλους και τους γονείς, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο παράθυρο του γραφείου. Έβγαινα στο προαύλιο και κοιτούσα ψηλά στον ουρανό. Ούτε οι ημερήσιες κουκουβάγιες του Χόγκουαρτς ούτε το περιστεράκι του Νώε ούτε οι δεκαοχτούρες του Υμηττού.
Λίγο πριν το σχόλασμα άκουσα τον θόρυβο έξω από το παράθυρο και τρόμαξα. Θυμήθηκα το όνειρο. Τον είδα σκαρφαλωμένο σε μια τεράστια σκάλα να ανακατεύει με τα κατσαβίδια του τα καλώδια. Η σκάλα έμοιαζε με αυτή στο όνειρο του Ιακώβ. Στηριγμένη στη γη έφτανε ως τον ουρανό.
«Ρώτησέ τον πού αγόρασε αυτή τη σκάλα», μου χαμογελούσε η γιαγιά του Βασίλη και της Κατερίνας.
Έψαχνα σημάδια γύρω μου να βεβαιωθώ πως βγήκα από το όνειρο.
«Ψάχνω για τη βλάβη στο τηλέφωνο και στο ίντερνετ», ξεκαθάρισε από κει ψηλά ο τεχνικός κόβοντας την απορία όλων ακριβώς στη μέση.
«Ίσως να είναι και φάρσα», σκέφτηκα. «Αλλά χτες μου υποσχέθηκαν από την εταιρία πως θα το φτιάξουν. Όμως δύο βδομάδες το αίτημα προωθείται ως επείγον».
Έψαχνα στις κινήσεις του τεχνικού κάτι ψεύτικο. Έβλεπα τα φωτάκια του ρούτερ να αναβοσβήνουν σαν λαμπάκια σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δυο βδομάδες σβησμένα αλλά τώρα…
«Φλώρα, εγώ φεύγω, αν συμβεί κάτι…»
Με έκοψε με μια γκριμάτσα που ξεκαθάριζε πως τίποτα δε θα συμβεί όπως τίποτα δεν είχε συμβεί για δυο βδομάδες. Οδήγησα μέχρι το σπίτι με κουκουβάγιες και δεκαοχτούρες να πετάνε μες στο μυαλό μου, τεχνίτες να σκαρφαλώνουν ως τον ουρανό, να περνάνε οι γιορτινές μέρες και ο Άι Βασίλης να μη φέρνει στο σχολείο τηλέφωνο και ίντερνετ. Άκουγα το «Friday I m in love» στο τέρμα και τίποτα άλλο.
Ένιωσα το τρέμουλο του κινητού. Στην οθόνη αναπάντητη από το σχολείο. Έλεγξα μήπως ήταν κάποια ξεχασμένη από τον Νοέμβριο. Κάλεσα πίσω.
«Έχουμε και τηλέφωνο και ίντερνετ», πανηγύριζε η Φλώρα με τον ενθουσιασμό καρδινάλιου στην πλατεία του Αγίου Πέτρου που δείχνει τον λευκό καπνό και φωνάζει «Έχουμε Πάπα».
Κοίταξα ψηλά, επειδή μου φάνηκε πως άκουσα πουλιά να χτυπάνε τα φτερά τους.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Η Κατερίνα γράφει ποιήματα



Η Κατερίνα κοιτάζει πάλι την εικόνα. Το νεανικό πρόσωπο με τα γέρικα μάτια σε έκφραση εγκαρτέρησης στον πόνο. Συνδυάζει όλα τα προσόντα να χαρακτηρισθεί Θεός για τους έξω. Ακάνθινο στεφάνι κι ένα βλέμμα που στοχεύει τον Ύψιστο πώς να μην αναδείξουν τη φιγούρα της εικόνας του Μεσσία; Με μόνο μια βδομάδα Παθών.
Προσποιείται την απορροφημένη από το ανοιχτό βιβλίο. Ο τύπος του Ήρωνα. Η Κατερίνα δείχνει πως δυσκολεύεται. Ο καθηγητής όμως παραμένει σκυμμένος στο πλευρό των άλλων παιδιών με γυρισμένη σ' αυτήν την πλάτη του. Αφημένη να πλήττει δίπλα από το παράθυρο και τη συννεφιά της μονοτονίας.
Περνάνε όλα ξανά από το μυαλό της Κατερίνας. Τρένο οι αναμνήσεις. Τα πρώτα γεγονότα θα τα γεννήσει η φαντασία της βασισμένη στις διηγήσεις. Οι βίαιες και άτσαλες κινήσεις της μαμής στο χωριό της πριν δεκαεννιά χρόνια. Έφτασε δύο χρονών, δεν είχε ακόμα περπατήσει και οι γονείς της δεν ανησυχούσαν. Την άφηναν όλη μέρα στο πάτωμα να κυλιέται, να κλαίει και δεκάρα δεν έδιναν, αφού έτσι κι αλλιώς τους βόλευε αυτή η αδυναμία της.
Σάρωσε με το βλέμμα της τον χώρο της τάξης. Τέσσερα καρότσια, με το δικό της πέντε. Κι ο καθηγητής να μην την πλησιάζει. Ευτυχώς που κρύωσε για τα καλά τότε. Βήχας δαιμονισμένος να την πνίξει και ο πυρετός να μη λέει να πέσει από το 39. Την πήραν στο Αίγιο κι ο γιατρός που την εξέτασε, πετάχτηκε ως το ταβάνι ουρλιάζοντας:
«Δεν το βλέπατε το παιδί... τόσο καιρό... τα ποδαράκια του».
Τους έδιωξε για την Αθήνα. Μόνο εκεί θα συναντούσαν τους κατάλληλους γιατρούς. Αυτοί θα τους έλεγαν.
Μετά στο ίδρυμα. Οι γονείς την ξέχασαν. Είχαν στο μεταξύ άλλα παιδιά, ήταν και μεγάλη η διαδρομή χωριό – Αθήνα, πώς να πηγαινοέρχονταν; Μόνο τις γιορτές.
Η Κατερίνα είχε γίνει πέντε χρονών, ήταν Πάσχα και η μάνα της υπέγραφε να την πάρει για λίγες μέρες σπίτι. Ήρθε η μέρα κι επέστρεψαν. Ο φύλακας όμως τους έδιωξε.
«Τι λες, κυρά μου; Αυτό που μου δείχνεις δεν είναι απλό εξιτήριο. Εδώ λέει πως δέχεσαι από δω και πέρα να έχεις το παιδί στο σπίτι σου. Για πάντα. Τι δεν καταλαβαίνεις;»
Έτσι έχασε την ευκαιρία της η Κατερίνα να πάει σχολείο, επειδή απλά έξω από το ίδρυμα, το ένιωθε κι η ίδια, ήταν βάρος για όλους. Πέντε χρόνια βολόδερνε μες στα δωμάτια του πατρικού της. Ούτε τα αδέρφια της δεν την έκαναν παρέα.
Το κεφάλι της πονάει. Νιώθει τη μικρή αίθουσα να φλέγεται. Θέλει να ζητήσει άδεια. Να αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Θα εκληφθεί όμως ως δειλία και δεν το θέλει.
Ευτυχώς εμφάνισε πρόβλημα με τα δόντια της. Ευλογία για αυτό το κορίτσι τα προβλήματα υγείας. Τα προσωρινά. Απολάμβανε κάτι διαφορετικό μακριά από τους ίδιους τοίχους. Τον τροχό να τρίβει τα χαλασμένα τμήματα αδαμαντίνης στους τομείς και στους γομφίους. Η οδοντίατρος έσκυψε φιλικά πάνω της να βγάλει νόημα από τα γρυλίσματα. Την έμαθε να μη νιώθει άσχημα που δεν περπατούσε σαν τους άλλους. Αυτή το κυνήγησε και με δικές της ενέργειες βρέθηκε η Κατερίνα πάλι σε ίδρυμα και ξεκίνησε σχολείο.
Το κράτος της έκοψε επίδομα. Εκατό χιλιάδες δραχμές τον μήνα. Τα κανόνισε ο πατέρας της κι έρχονταν τα χρήματα σπίτι του στο χωριό.
«Μη σε νοιάζει, θα στα στέλνω εγώ», της έλεγε κάθε φορά και της έστελνε πότε δεκαπέντε πότε είκοσι χιλιάδες στους δύο μήνες. Σε μια από τις επισκέψεις στο χωριό η Κατερίνα ρώτησε για τα χρήματα.
«Αυτόν τον μήνα ο ταχυδρόμος δεν τα έφερε. Τα έκλεψαν», απάντησε ο πατέρας, φροντίζοντας να καταχωνιάσει τα πειστήρια.
«Και η σύνταξη της μαμάς;»
«Ούτε αυτή ήρθε».
Χαράματα είχαν φύγει οι γονείς της για το χωράφι και η Κατερίνα με αργά βήματα, αφού έβαλε το φαγητό στη φωτιά, έπιασε να συγυρίζει. Ανοίγοντας το τελευταίο συρτάρι της ντουλάπας στην κρεβατοκάμαρα των γονιών της και προσπαθώντας να στριμώξει τα σιδερωμένα σεντόνια, κάνει μια και βγάζει τη σύνταξη που είχε «χαθεί». Δεν τους είπε τίποτα.
Ο καθηγητής την κοιτάζει. Τώρα θα της χαμογελάσει κι εκείνη θα ξεχάσει την άρνησή του για βοήθεια. Του είχε ζητήσει να την αναλάβει στα Μαθηματικά. Έστω, αν δεν μπορούσε, ας της έβρισκε κάποιον συνάδελφό του να της κάνει ιδιαίτερα μαθήματα, προκειμένου να δώσει Πανελλαδικές. Μάταια. Στρέφει πάλι το βλέμμα προς τ' άλλα παιδιά, τους αναλύει τι πρέπει να προσέχουν, πώς πρέπει να δουλεύουν. Δεν απευθύνεται σ' εκείνη. Άλλωστε οι συμμαθητές της δε μένουν όπως η Κατερίνα στο ίδρυμα, ζουν με τις οικογένειές τους. Εκείνη στα μάτια του καθηγητή είναι μόνη.
Μόνο στη δασκάλα της μίλησε για τα λεφτά. Κι αυτή πέτυχε να έρχονται κατευθείαν στην Κατερίνα. Από τότε έχει να δει τους γονείς της. Δεν την πειράζει πολύ. Έχει ζήσει κι άλλα χειρότερα. Τα λέει όμως στην οδοντίατρο και τη δασκάλα. Δεν είναι δυστυχισμένη. Έχει τουλάχιστον αυτές. Υπάρχουν άραγε στον κόσμο αυτό πολλοί που μπορούν να καυχηθούν πως έχουν δυο ανθρώπους να τους νοιάζονται;
Περιμένει να φύγουν όλοι. Τελευταία φορά. Θα πλησιάσει τον κύριο Δημήτρη έτοιμη για την ίδια ερώτηση. Θα μπει η άνοιξη, οι εξετάσεις πλησιάζουν. Δεν τον προλαβαίνει.
Θυμάται τον πονοκέφαλο. Αποφεύγει τον συνωστισμό στο μεγάλο σαλόνι. Πιάνει μια νοσοκόμα στον διάδρομο. «Σας παρακαλώ», κομπιάζει. Εμφανίζει μια μικρή δυσκολία στις λεπτές εξειδικευμένες κινήσεις των δαχτύλων, επομένως και στο γράψιμο.
«Με βοηθάτε για μια αγγελία στην εφημερίδα;»
Υπαγορεύει στην ευγενική γραφέα.
«Ζητείται Καθηγητής Μαθηματικών
να βοηθήσει “ειδικό” παιδί
στην προετοιμασία του για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις».
Ένα γλυκό χαμόγελο ομορφαίνει το κοριτσίστικο πρόσωπο που συνεχίζει:
«Το παιδί δε δαγκώνει».

Γιώργος Γιώτης


Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2007

Το μπαλκόνι


Μας είχε παραξενέψει το φέρσιμο της Δήμητρας. Δύστροπη ήταν από μικρή , αλλά τόση κακία; Την επισκέφθηκε η μάνα μου να της πάει ένα παιχνιδάκι για το γιο της, το Γιαννάκη.
- Τι κάνεις ανιψιά;
- Καλά.
- Ο Βαγγέλης , ο Γιαννάκης;
- Καλά.
Ούτε λέξη για μας. Να ρωτήσει για το θείο της, για μένα, για το Γιώργο.
Δε μας έχει μόνο ξαδέρφια, την παντρέψαμε, της βαφτίσαμε το παιδί.
- Έχεις τίποτα, κορίτσι μου;
- Ναι, έχω. Και με τους τρεις σας. Ο Γιώργος είναι ξένος, δεν τον
λογαριάζω, αλλά εσύ, ο άντρας σου κι η Άννα μου φερθήκατε σκάρτα.
Τα έχασε η μάνα μου.
- Δηλαδή;
- Θες να τ’ ακούσεις; Τι μου είπες για τον πατέρα μου; Το ξέχασες;
- Τι είπα; ξεροκατάπιε η μάνα μου.
- Πως δε φρόντιζε τον παππού, όταν αρρώστησε και γι’ αυτό πέθανε.
- Σταμάτα! Το μόνο που είπα ήταν πως εγώ τον φρόντιζα στα τελευταία του. Τον είχα σπίτι μου, ψέματα; Κανείς δεν τον ήθελε.
- Ναι, αλλά ποιος τον έντυσε για να τον βάλει στο φέρετρο; Η μάνα μου δεν ήταν; Και τι τον είχε; Πεθερό, όχι πατέρα. Μετά ο άντρας σου …
- Ο θείος Τάκης να λες.
- Ο άντρας σου, ο άντρας σου. Μου κρατάει μούτρα, επειδή άλλαξα κλειδαριά στην πόρτα.
- Χριστέ μου, δικό σου είναι το σπίτι, βάλ’ του φωτιά, αν θέλεις. Λογαριασμό θα μας δώσεις;
- Έτσι λες, αλλά δεν το πιστεύεις. Θέλατε αντικλείδι, για να μπαινοβγαίνετε να με ανακατεύετε με τον άντρα μου. Δε σας έκανα τη χάρη. Κι η κόρη σου …
- Η Άννα;
- Μία έχεις. Ποια άλλη; Είναι νονά του παιδιού μου και δεν το
διαπαιδαγωγεί σωστά.
- Απ’ την Άννα περιμένεις να μάθει το παιδί σου να φέρεται;
- Όταν εγώ το μαλώνω, αυτή το καλοπιάνει.
Έφυγε η μάνα μου με σκοπό να μην ξαναπατήσει το πόδι της εκεί μέσα ούτε για χαρά ούτε για λύπη.
- Τόση κακία, βρε παιδί μου; έλεγε και ξανάλεγε.
- Άσ’ τη σε μένα! όλο διάθεση για καβγά.
- Άννα, άμα θέλεις την ευχή μου, μη μαλώσετε.
Και πήγα. Μόλις με είδε, χτυπιόταν σαν τρελή.
- Κλείστε τις πόρτες να μη μας ακούσουν.
Ο Παντελής, ο άντρας της, πήρε το παιδί στο μπαλκόνι. Εγώ είχα το
Γιώργο δίπλα μου μάρτυρα. Πού ήξερα τι θα έλεγε στο χωριό; Δεν είναι και να της έχεις εμπιστοσύνη.
- Σκάσε, γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω από φωνές. Σε βουτάω απ’ το μαλλί και σε φέρνω τρεις βόλτες. Δεν είμαι σαν τον άντρα σου.
- Ε βέβαια, είμαστε ξαδέλφες εμείς. Θα μαλώσουμε, αλλά θα τα ξαναβρούμε.
Μου φάνηκε πως υποχωρεί. Έλπιζα απ’ αυτά τα λόγια της πως θα λυθεί η παρεξήγηση, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή άρχισε να βρίζει τους γονείς μου. Θυμήθηκα τι μου είχε πει η μάνα μου κι έδωσα τόπο στην οργή.
- Για κάτσε, βρε Δήμητρα! Εσύ μιλάς έτσι; Όταν έφυγες απ’ το χωριό, ποιος σε μάζεψε; Στη μάνα μου δεν πήγες; Εκεί δεν έμενες; Δε θα μπορούσαμε τότε να σου γυρίσουμε την πλάτη; Ολόκληρο γράμμα μου είχες στείλει πριν ότι δε μ’ έχεις ξαδέρφη γιατί δουλεύω σερβιτόρα τη νύχτα κι όλες οι σερβιτόρες είναι …τα ξέχασες;
- Ήμουν μικρή τότε.
- Έλα εδώ, Παντελή. Πες στη γυναίκα σου. Τι σου έλεγα γι’ αυτήν;
- Ναι … ναι … τα καλύτερα λόγια.
- Βλέπεις, εγώ το βούρλο , σας τα έφτιαξα και τώρα εισπράττω το
ευχαριστώ.
- Ε μια παρεξήγηση ήταν! Είπαμε κι εμείς μια κουβέντα παραπάνω.
Την έβαλα να υποσχεθεί πως θα ζητήσει συγγνώμη απ’ τη μάνα μου. Έβαλε τον άντρα της να παραγγείλει μια πίτσα για τη συμφιλίωση. Εγώ δέχτηκα με κρύα καρδιά κι όχι γι’ αυτήν, αλλά για το βαφτιστήρι μου πιο πολύ.
- Τελειώσαμε, μου είπε ο Γιώργος μες στο ασανσέρ.
- Πολύ αισιόδοξος είσαι! του είπα μόνο.
Πήγε η μάνα μου στο χωριό να δει τη μάνα της. Η γιαγιά μένει σ’ ένα
δωματιάκι που επικοινωνεί με μια εσωτερική αυλή με το πατρικό της Δήμητρας. Την υποδέχτηκαν όπως τους ολυμπιονίκες. Και «καθίστε να φάμε» και … «τι κάνει η Αννούλα κι ο Γιωργάκης;» Η μάνα μου όπως κάθε χρόνο τους πήγαινε δώρα για το καλό. «Ευχαριστούμε» είπαν όλο εγκαρδιότητα.
Δυο μέρες μετά το σκηνικό άλλαξε. Φτάνει η Δήμητρα στο χωριό και βλέποντας το αυτοκίνητο του πατέρα μου έξω απ’ το πατρικό της, μπαίνει σα σίφουνας με τις βαλίτσες στο δωματιάκι της γιαγιάς.
- Καλωσόρισες κορίτσι μου! της λένε όλοι. Κι οι γονείς της κι οι γονείς μου κι η γιαγιά. Αυτή δε μιλούσε και την πιάνει ο διάολος τη γιαγιά, ογδόντα επτά χρονών γυναίκα και να τα έχει μισοχαμένα, και της λέει:
- Δήμητρα, μήπως πήρες το καπέλο του παππού;
- Ναι, γιατί;
- Τι δουλειά είχες και το πήρες; Δεν το ήξερες πως η τελευταία επιθυμία του παππού ήταν να το πάρει η θεία σου η Μαρία (δηλαδή η μάνα μου).
- Το ήξερα, είπε και βρόντηξε την πόρτα.
Την επομένη εντελώς ξαφνικά η μάνα της μπουκάρει στο δωματιάκι της
γιαγιάς, πετάει μια σακούλα και πετυχαίνει τη μάνα μου στο στήθος.
- Πάρε πίσω τα δώρα σου και να ξεκουμπιστείς να φύγεις από δω μέσα.
Στο τέλος της βδομάδας πάμε κι εμείς στο χωριό. Η μάνα μου δεν έλεγε
τίποτα.
- Δε θα πάμε στη γιαγιά;
- Να πάτε. Εγώ χθες ήμουν εκεί.
Κάτι υποψιάστηκα.
- Αν μου πουν να μείνω για φαγητό, δε θα κάτσω.
Γέλασε πικρά σα να μου ’λεγε «σιγά μη σου πουν»
- Έλα δω ρε μάνα.
Την πίεσα και μου τα είπε όλα.
- Να κάτσεις να τα βρεις με τον αδερφό σου. Αυτός πρέπει να βάλει
γυναίκα και κόρη στη θέση τους.
- Άσ’ τους, κορίτσι μου, θα τους περάσει.

Τέλειωσαν οι διακοπές, γυρίσαμε όλοι στην Αθήνα και συνάντησε η μάνα μου τη Δήμητρα στο δρόμο. Ήταν με τις σακούλες απ’ το σούπερ-μάρκετ κι έτρεχε μπας και την αποφύγει έτσι που ερχόταν φουριόζα για καβγά.
- Γεια σου θεία!
- Γεια σου.
- Γιατί με αποφεύγεις; Όταν πλήρωνε ο πατέρας μου τα δάνεια, για ν’ αγοράζεις εσύ το σπίτι που μένεις, ήταν καλά;
Είχε βγει η γειτονιά στα μπαλκόνια.
- Εγώ φταίω που σε μάζεψα, όταν σ’ έδιωξαν απ’ το χωριό.
- Και τι ήμουν μωρή και μ’ έδιωξαν; Π...;
- Όχι και π... προς θεού. Μια τσούλα ήσουν που γυρνούσε με τον έναν και με τον άλλον.
Την άφησε να χτυπιέται. Πήρε τον αδερφό της να του τα πει.
- Τι πράγματα είναι αυτά; Ποια δάνεια μου έλεγε η κόρη σου ότι πλήρωσες για μένα;
Κατάπιε τη γλώσσα του. Κι όλα αυτά για ένα μπαλκόνι. Μας το είπε μία ξαδέρφη στο χωριό πως « η Δήμητρα ζηλεύει την Άννα, επειδή το σπίτι της έχει πιο ωραίο μπαλκόνι»

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Κατερίνα

Η Κατερίνα κοιτάζει πάλι την εικόνα. Το νεανικό Του πρόσωπο με τα γέρικα μάτια σ’ έκφραση εγκαρτέρησης στον πόνο . Συνδυάζει όλα τα προσόντα να χαρακτηρισθεί θεός για τους έξω . Ακάνθινο στεφάνι κι ένα βλέμμα που στοχεύει στον Ύψιστο πώς να μην αναδείξουν τη φιγούρα της εικόνας του Μεσσία; Με μόνο μια βδομάδα Παθών.
Προσποιείται την απορροφημένη απ’ το ανοιχτό βιβλίο. Ο τύπος του Ήρωνα. Δείχνει ξεκάθαρα πως δυσκολεύεται . Ο καθηγητής όμως παραμένει σκυμμένος στο πλευρό των άλλων παιδιών με γυρισμένη σ’ αυτήν την πλάτη . Αφημένη να πλήττει δίπλα απ’ το παράθυρο και τη συννεφιά της μονοτονίας .

Περνάνε όλα ξανά απ’ το μυαλό της Κατερίνας . Τρένο οι αναμνήσεις .Τα πρώτα γεγονότα θα τα γεννήσει η φαντασία βασισμένη σε διηγήσεις .Οι βίαιες κι άτσαλες κινήσεις της μαμής στο χωριό της πριν 19 χρόνια . Έφτασε δύο χρονών, δεν είχε περπατήσει κι οι γονείς της δεν ανησυχούσαν. Την άφηναν όλη μέρα στο πάτωμα, κυλιόταν, έκλαιγε, τους «βόλευε» κιόλας αυτή της η αδυναμία .

Σαρώνει με το βλέμμα το χώρο της τάξης .Τέσσερα καρότσια , με το δικό της πέντε.
Κι ο καθηγητής να μην την πλησιάζει .

Ευτυχώς που κρύωσε για τα καλά τότε .Βήχας δαιμονισμένος να την πνίξει κι ο πυρετός να μη λέει να πέσει απ’ το 39.Την πήγαν στο Αίγιο, ο γιατρός που την είδε πετάχτηκε ως το ταβάνι. Ούρλιαζε:
- Δεν το βλέπατε το παιδί ; Τόσο καιρό … τα ποδαράκια του …
Τους έδιωξε για την Αθήνα. Μόνο εκεί θα συναντούσαν τους κατάλληλους γιατρούς. Αυτοί θα τους έλεγαν.
Μετά στο ίδρυμα. Οι γονείς την ξέχασαν. Είχαν στο μεταξύ άλλα δύο παιδιά, ήταν και μακριά ( χωριό-Αθήνα ) πώς να πηγαινοέρχονται; Μόνο τις γιορτές.
Η Κατερίνα είχε γίνει πέντε χρονών, ήταν Πάσχα κι η μάνα της υπέγραφε να την πάρει για λίγες μέρες. Όταν όμως επέστρεψαν , ο φύλακας τους έδιωξε .
- Κυρά μου, ξέρεις τι χαρτί μου δείχνεις; Εδώ λέει πως δέχεσαι από δω και πέρα να ’χεις το παιδί στο σπίτι σου.
Έτσι χάθηκε η ευκαιρία να πάει η Κατερίνα σχολείο, επειδή έξω απ’ το ίδρυμα, το ’νιωθε κι η ίδια, όλα ήταν αλλιώς κι εκείνη βάρος για όλους. Πέντε χρόνια βολόδερνε στο πατρικό της και κανείς –ούτε τ’ αδέρφια της – δεν την έκανε παρέα.

Το κεφάλι της πονάει .Νιώθει τη μικρή αίθουσα να φλέγεται . Θέλει να ζητήσει άδεια ν’ αποσυρθεί στο δωμάτιό της . Θα εκληφθεί ως δειλία .

Ευτυχώς εμφάνισε πρόβλημα με τα δόντια της . Ευλογία γι’ αυτό το κορίτσι τα προβλήματα υγείας. Τα προσωρινά. Απολάμβανε κάτι διαφορετικό μακριά απ’ τους ίδιους τοίχους. Τον τροχό να τρίβει τα χαλασμένα τμήματα αδαμαντίνης στους τομείς και τους γομφίους. Πράγματα -που γι’ άλλους θα φάνταζαν εφιάλτης- γι’ αυτήν ισοδυναμούσαν με σωτηρία, μόνο και μόνο επειδή έσπαζαν μια αφόρητη καθημερινότητα. Η οδοντογιατρός έσκυψε φιλικά πάνω της να βγάλει νόημα απ’ τα γρυλίσματα. Την έμαθε να μη νιώθει άσχημα –ούτε άβολα – που δεν περπατούσε σαν τους άλλους. Αυτή το κυνήγησε και με δικές της ενέργειες τελικά η Κατερίνα βρέθηκε πάλι σε ίδρυμα και ξεκίνησε το σχολείο.
Το κράτος της έκοψε επίδομα. Εκατό χιλιάδες το μήνα. Τα κανόνισε ο πατέρας της κι έρχονταν τα λεφτά σπίτι του στο χωριό.
-Μη σε νοιάζει, θα στα στέλνω εγώ.
Και της τα ’στελνε. Πότε 15 πότε 20 χιλιάδες στους δυο μήνες. Σε μια απ’ τις επισκέψεις στο χωριό η Κατερίνα ρώτησε για τα χρήματα.
-Αυτό το μήνα ο ταχυδρόμος δεν τα έφερε. Μάλλον θα τα έκλεψαν, απάντησε ο πατέρας, έχοντας από πριν φροντίσει να καταχωνιάσει τα πειστήρια.
-Κι η σύνταξη της μάνας;
-Ούτε αυτή ήρθε .
Χαράματα είχαν φύγει οι γονείς για το χωράφι. Η Κατερίνα με αργά βήματα, αφού έβαλε στη φωτιά το φαγητό, έπιασε να συγυρίζει. Ανοίγοντας κάποιο συρτάρι, κάνει μια και βγάζει τη σύνταξη που «είχε χαθεί». Δεν τους είπε τίποτα.

Ο καθηγητής την κοιτάζει . Τώρα θα της χαμογελάσει κι εκείνη θα ξεχάσει την άρνησή του για βοήθεια .Του είχε ζητήσει να την αναλάβει στα Μαθηματικά .Έστω αν δεν μπορούσε ο ίδιος, ας της έβρισκε κάποιο συνάδελφό του να της παραδώσει ιδιαίτερα μαθήματα, προκειμένου να δώσει Πανελλαδικές. Μάταια. Στρέφει πάλι το βλέμμα προς τ’ άλλα παιδιά και τους αναλύει τι πρέπει να προσέχουν και πώς πρέπει να δουλεύουν. Δεν απευθύνεται σ’ εκείνη. Άλλωστε οι συμμαθητές της δε μένουν στο ίδρυμα, ζουν με τις οικογένειές τους. Εκείνη – στα μάτια του – είναι μόνη.

Μόνο στη δασκάλα της μίλησε για τα λεφτά. Κι αυτή πέτυχε να έρχονται κατευθείαν στην Κατερίνα. Από τότε έχει να δει τους γονείς της. Δεν την πειράζει όμως πολύ. Έχει ζήσει και χειρότερα. Τα λέει όμως στην οδοντίατρο και τη δασκάλα. Δεν είναι δυστυχισμένη, γιατί τουλάχιστον έχει αυτές. Υπάρχουν πολλοί που μπορούν να καυχηθούν πως έχουν δύο ανθρώπους να τους νοιάζονται;

Περιμένει να φύγουν όλοι .Τελευταία φορά . Θα πλησιάσει τον κύριο Δημήτρη έτοιμη για την ίδια ερώτηση . Σε λίγο μπαίνει η άνοιξη , οι εξετάσεις πλησιάζουν, …δεν τον προλαβαίνει.
Θυμάται τον πονοκέφαλο . Αποφεύγει το συνωστισμό στο μεγάλο σαλόνι . Πιάνει μια νοσοκόμα στο διάδρομο .
-Σε παρακαλώ …
Εμφανίζει μια μικρή δυσκολία στις λεπτές εξειδικευμένες κινήσεις των δαχτύλων, επομένως και στο γράψιμο.
-Βοήθησέ με για μια αγγελία στην εφημερίδα
Υπαγορεύει στην ευγενική γραφέα :

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ « ΕΙΔΙΚΟ » ΠΑΙΔΙ
ΣΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ
ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Ένα γλυκό χαμόγελο χρωματίζει το κοριτσίστικο μουτράκι, που συνεχίζει:
« ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΔΕ ΔΑΓΚΩΝΕΙ »


( Η Κατερίνα γράφει ποιήματα)