Αρχή - Προηγούμενο - Επόμενο
Για τη Σοφία ήταν πριν έξι μήνες και καθόλου παράξενο που ακόμη αυτό θυμόταν. Καμιά σιγουριά δεν ένιωθε τότε ψάχνοντας για το γραφείο της Διεύθυνσης. Μόνο στην τύχη έλπιζε. Να πέσει πάνω στον προορισμό της ή σε κάποιον υπάλληλο πρόθυμο να την προσανατολίσει σωστά. Και μ’ αυτή την ελπίδα συνέχιζε τις περιπλανήσεις στους αχανείς διαδρόμους. Κάθε τόσο άνοιγε διστακτικά μια πόρτα , που έδειχνε να οδηγεί σε πιο επίσημο μέρος, για να καταλήξει - δίχως να θέλει - πίσω στους προαύλιους χώρους.
Το κτίριο έμοιαζε εγκαταλειμμένο κι αν δεν είχε βρει την εξώπορτα ορθάνοιχτη, θα είχε πειστεί πως ήταν κλειστό. Εκτός αν δεν την ήθελε. Αν το κτίριο ολόκληρο αντιδρούσε στην εμφάνιση της Σοφίας. Επιτέλους η μοίρα τής χαμογέλασε αν και με γυρισμένη την πλάτη.
Χάιδεψε πάλι στο βάθος της ανοιχτής τσάντας το βιογραφικό που είχε μόλις το προηγούμενο βράδυ ετοιμάσει. Με νευρικές ασυντόνιστες κινήσεις κατέβασε ακόμη πιο κάτω το στρίφωμα της σκουρόχρωμης φούστας. Θέλησε ν’ απαντήσει στο επαγγελματικό χαμόγελο της προϊσταμένης της – αν βέβαια όλα εξελίσσονταν ομαλά- και το μόνο που κατάφερε ήταν να προσαρμόσει τους χτύπους της καρδιάς με τις παλμικές κινήσεις του μολυβιού που έπαιζε εκείνη, η κυρία Κατερίνα
Γεωργιάδη, η διευθύντρια του πιο ονομαστού ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου της πόλης.
Η Σοφία περίμενε την ευκαιρία. Όταν η κυρία Γεωργιάδη σταματούσε να εκθέτει τις επιπλέον απαιτήσεις ενός « τέτοιου σχολείου », θα έπρεπε η Σοφία να είναι πανέτοιμη για το δικό της μονόλογο, να πείσει τη συνομιλήτρια για την αυτοπεποίθησή της, να δηλώσει ξεκάθαρα πάθος για δουλειά, κρύβοντας ταυτόχρονα κάθε λαχτάρα για πρόσληψη. Δεν ήταν κι εύκολο.
Δεν ήταν όμως η Σοφία που διέκοψε. Τώρα που το ξαναθυμάται προσπαθεί να βρει τις πρώτες λεπτομέρειες από εκείνον. Τι πρόσεξε πάνω του; Η ισχυρή διευθύντρια έδειξε να ξαφνιάζεται περισσότερο. Έκανε να σηκωθεί. Ένα σκούρο κοστούμι έπλεε αργά πάνω απ’ τα μάτια της Σοφίας, τα μάτια που δήθεν χάζευαν το χρώμα του δαπέδου. Το σκούρο κοστούμι άραξε για λίγο στον ώμο της διευθύντριας κι έσκυψε συνωμοτικά ως το αυτί της. Η Σοφία αφουγκραζόταν τον τόνο της λεπτής ανδρικής φωνής, που ξεχείλιζε απ’ τα πτερύγια της σαστισμένης κυρίας Λινού .
« Να σας συστήσω έναν συνάδελφο », χαμογέλασε αυτή τη φορά όχι επαγγελματικά και χωρίς ν’ αναφέρει ονόματα.
Η Σοφία δεν αναρωτήθηκε το περιεχόμενο των ψιθύρων. Λέξη δεν μπόρεσε ν’ ακούσει. Ούτε φοβήθηκε την πηγή του θάρρους που τίναζε το νεαρό καθηγητή στη σφαίρα της οικειότητας με τη διευθύντρια του διδακτηρίου , κυρία καθηγήτρια Κατερίνα Γεωργιάδη. Έτσι , χαμογέλασε για πρώτη φορά με ίχνη αισιοδοξίας.
« Συνάδελφος τίνος » Το κτητικό που έλειπε προφανώς προοριζόταν για τη Σοφία, άρα … Άρα; Μήπως ένας πλάγιος τρόπος για να της ανακοινωθεί η πρόσληψη; Ίσως.
Επόμενο
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μια ιστορία (σε συνέχειες). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μια ιστορία (σε συνέχειες). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007
Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007
2
Προηγούμενο - Επόμενο
Φαγώθηκε η μικρή να μετακομίσει στην Αθήνα κι ήταν η πρώτη γυναίκα στη ζωή του που πέρασε το δικό της. Ανέβηκε ο ίδιος στον Πειραιά να τη γράψει στην Παιδαγωγική Ακαδημία, αλλά της επέβαλε να μείνει στην αδερφή του, τη Δέσποινα.
Όμως κι αυτό από μόνο του μήπως δε φανέρωνε περίτρανα πως κόντευε πια η οριστική του ήττα; Μήπως όλοι οι γνωστοί δε θα ’βαζαν τώρα με το μυαλό τους πως πάει, ξόφλησε ο παλιός αγέρωχος Χρονόπουλος; Στο εξής τα θηλυκά εντός κι εκτός σπιτιού θα πίστευαν πως είναι εύκολο να τον σέρνουν απ’ τη μύτη, αλλά προφανώς λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Για όλους τους αμφισβητίες της δύναμης του είχε απάντηση.
Μόλις με το καλό θα επέστρεφε στην Κόρινθο η Σοφία με το πτυχίο της δασκάλας, θα την πάντρευε στην ανάγκη με το ζόρι με κάποιον υποχρεωτικά της συνομοταξίας των γιατρών ή δικηγόρων. Το ίδιο ήταν. Και το επάγγελμα αυτό θα έβαζε να το γράψουν στο προσκλητήριο – κι ας μη συνηθίζεται – με ολόχρυσα γράμματα.
Και να που ήρθε το δεύτερο και μεγαλύτερο μπαμ. Τώρα, αν δεχόταν αυτόν το γάμο, για τον οποίο ο ίδιος ρωτήθηκε, μόνο όταν όλα έδειχναν τελειωμένα κι ίσως όταν είχαν τυπωθεί και τα προσκλητήρια ακόμα, θα ήταν σα να έβαζε την υπογραφή του σ’ αυτό που όλοι περίμεναν. Και φυσικά, δεν εννοούσε το γάμο της κόρης του αλλά τη δική του πτώση. Μάνα και κόρη ετοίμαζαν να τον πετάξουν σε μια γωνιά και να του κλέψουν τα σκήπτρα.
Βούτηξε λοιπόν τη Σοφία απ’ το λαιμό και της δήλωσε ορθά κοφτά πως αν δεν αλλάξει μυαλά, θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής της με τα ποντίκια στο κατώι . Μπήκε όμως στη μέση η Κωστούλα.
- Η κόρη μου θα στεφανωθεί.
Τον γέμισε ενοχές για το στεφάνι το δικό τους που ποτέ δεν ήρθε κι υποχώρησε για μια ακόμη «τελευταία» φορά .
Προηγούμενο - Επόμενο
Φαγώθηκε η μικρή να μετακομίσει στην Αθήνα κι ήταν η πρώτη γυναίκα στη ζωή του που πέρασε το δικό της. Ανέβηκε ο ίδιος στον Πειραιά να τη γράψει στην Παιδαγωγική Ακαδημία, αλλά της επέβαλε να μείνει στην αδερφή του, τη Δέσποινα.
Όμως κι αυτό από μόνο του μήπως δε φανέρωνε περίτρανα πως κόντευε πια η οριστική του ήττα; Μήπως όλοι οι γνωστοί δε θα ’βαζαν τώρα με το μυαλό τους πως πάει, ξόφλησε ο παλιός αγέρωχος Χρονόπουλος; Στο εξής τα θηλυκά εντός κι εκτός σπιτιού θα πίστευαν πως είναι εύκολο να τον σέρνουν απ’ τη μύτη, αλλά προφανώς λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Για όλους τους αμφισβητίες της δύναμης του είχε απάντηση.
Μόλις με το καλό θα επέστρεφε στην Κόρινθο η Σοφία με το πτυχίο της δασκάλας, θα την πάντρευε στην ανάγκη με το ζόρι με κάποιον υποχρεωτικά της συνομοταξίας των γιατρών ή δικηγόρων. Το ίδιο ήταν. Και το επάγγελμα αυτό θα έβαζε να το γράψουν στο προσκλητήριο – κι ας μη συνηθίζεται – με ολόχρυσα γράμματα.
Και να που ήρθε το δεύτερο και μεγαλύτερο μπαμ. Τώρα, αν δεχόταν αυτόν το γάμο, για τον οποίο ο ίδιος ρωτήθηκε, μόνο όταν όλα έδειχναν τελειωμένα κι ίσως όταν είχαν τυπωθεί και τα προσκλητήρια ακόμα, θα ήταν σα να έβαζε την υπογραφή του σ’ αυτό που όλοι περίμεναν. Και φυσικά, δεν εννοούσε το γάμο της κόρης του αλλά τη δική του πτώση. Μάνα και κόρη ετοίμαζαν να τον πετάξουν σε μια γωνιά και να του κλέψουν τα σκήπτρα.
Βούτηξε λοιπόν τη Σοφία απ’ το λαιμό και της δήλωσε ορθά κοφτά πως αν δεν αλλάξει μυαλά, θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής της με τα ποντίκια στο κατώι . Μπήκε όμως στη μέση η Κωστούλα.
- Η κόρη μου θα στεφανωθεί.
Τον γέμισε ενοχές για το στεφάνι το δικό τους που ποτέ δεν ήρθε κι υποχώρησε για μια ακόμη «τελευταία» φορά .
Προηγούμενο - Επόμενο
Ετικέτες
Μια ιστορία (σε συνέχειες)
Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007
1
Για το γάμο της Σοφίας πρώτος είχε αντιρρήσεις ο πατέρας της. Ο Τάσος Χρονόπουλος. Με τη μάσκα του στοργικού πατέρα έβρισκε μη πρέπουσα τη διαφορά ηλικίας. Δέκα χρόνια είναι πολλά κι έπειτα η Σοφία δεν είχε κλείσει καλά –καλά τα είκοσι δύο. Με το πτυχίο της δασκάλας και μια προσωρινή δουλειά σε δημόσια υπηρεσία είχε το μέλλον μπροστά της.
Όσο για το επάγγελμα του γαμπρού είχε να πει πως δημόσιος υπάλληλος δεν είναι μόνο η ασφάλεια και το «μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει» που σχεδόν οι πάντες πιπιλάνε μαζί με την ώρα την καλή αλλά και μούχλα, εφημερίδες, παντοφλίτσες κι εφημερίδα ολόκληρα απογεύματα κι όσο για λεφτά τακτικά μεν αλλά με το σταγονόμετρο. Εκτός κι αν οι δύο μελλόνυμφοι υπολόγιζαν σε μια γενναία δική του βοήθεια.
Γιατί ο Χρονόπουλος είχε τον τρόπο του μες στην Κόρινθο κι ας μη θεωρήθηκε ποτέ κι από κανέναν «άτομο άξιο λόγου». Αν είναι δυνατόν να θεωρηθείς «υψηλό πρόσωπο», μόνο και μόνο επειδή έκανες «ζωή χαρισάμενη» σε παλάτια. Στο μυαλό του όμως ήταν.
Ακριβώς απέναντι απ’ το στρατόπεδο είχε το τριώροφό του. Τρεις αίθουσες στο ισόγειο, η μία εξοχική ταβέρνα, η άλλη καφετέρια με ηλεκτρονικά παιχνίδια και τσόντες στο βίντεο, η τρίτη χαρτοπαιχτική λέσχη ημιπαράνομη. Στους ορόφους φήμες μόνο υπέθεταν πως υπήρχαν δωμάτια για να ξαλαφρώνουν οι φαντάροι κι οι σουρτούκηδες Κορίνθιοι με αλλοδαπές και ντόπιες.
Η πρώτη του γυναίκα, η Ιωάννα, είχε κλειστεί στο άσυλο. Την έπιασαν να σιδερώνει το ίδιο της το παιδί. Τότε εμφανίστηκε απ’ το πουθενά η μητέρα της Σοφίας, η Κωστούλα. Βέβαια οι κακές γλώσσες είπαν πως πέρασε απ’ τα πάνω δωμάτια και με την καπατσοσύνη της κατάφερε το Χρονόπουλο να την κάνει πυργοδέσποινα με όλες τις τιμές πλην αυτής που προσδίδει σε μια γυναίκα το λευκό στεφάνι με τ’ ανθάκια.
Αντ’ αυτού της φόρεσε απ’ την πρώτη στιγμή εκείνο με τ’ αγκάθια, ίσως επηρεασμένος απ’ το στραπάτσο της Ιωάννας, αν και για πολύ καιρό παρέμεινε στα κουτσομπολιά της πόλης ως βεβαιότητα πως η Ιωάννα ποτέ δεν έφυγε για το άσυλο, αφού ποτέ δεν είχε σιδερώσει το παιδί της ούτε κι είχε διαπράξει άλλη τρέλα, απλώς με κάποιο τρόπο το παράνομο ζευγάρι έπρεπε να δικαιολογήσει πώς την έβγαλαν απ’ τη μέση. Κάποτε μάλιστα λένε πως της ξέφυγε της Κωστούλας σε μια γειτόνισσα πως άσυλο δεν υπήρχε και τα πράγματα θα μπλέκονταν και στις υποθέσεις της αστυνομίας, αλλά η νεότερη και τελευταία εκδοχή πως δηλαδή η Ιωάννα πέθανε στον ύπνο καταπίνοντας τη γλώσσα έβαλε τα πράγματα στη θέση τους τελειωτικά. Βοήθησαν βέβαια και οι γνωριμίες του Χρονόπουλου με την αστυνομία που ήδη είχε μπει από καιρό συνέταιρος στο τριώροφο.
Καμιά όρεξη δεν είχε για νέες οικογενειακές υποχρεώσεις κι ούτε που το θεωρούσε καθήκον του να στεφανωθεί την Κωστούλα. Έφτανε και περίσσευε που αναγνώρισε τη Σοφία. Σ’ αυτήν έβγαλε όλα του τ’ απωθημένα. Θυμήθηκε πώς τον ήθελε η δική του μητέρα, δηλαδή ηθικό, τίμιο, μετρημένο και τώρα τα ίδια ακριβώς με μια καθυστέρηση τριάντα χρόνων ζητούσε κι απ’ την κόρη του τη μονάκριβη πια, μιας και το σιδερωμένο το είχε διώξει από νωρίς σε μια θεία στη Βέροια, για να μη σέρνεται η τρέλα της Ιωάννας μες στα πόδια του.
Μέχρι τα δεκαεπτά η Σοφία να μη βγει παραέξω, να μη φέρνει φίλες στο σπίτι και να μην πλησιάσει ούτε κατά διάνοια στο μαγαζί. Μέχρι το μεγάλο μπαμ.
Ετικέτες
Μια ιστορία (σε συνέχειες)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)