Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Ένα διαφορετικό Πάσχα



Εντάξει, και φέτος τσούγκρισα το ποτηράκι μου, αλλά είχε μέσα αυτό το πορτοκαλοκίτρινο υγρό που σημαίνει νερό συν αναβράζουσα βιταμίνη, δυστυχώς αυτή με τη γεύση ροδάκινο, επειδή οι άλλες με το πορτοκάλι εξαντλήθηκαν λίγο μετά τα αντισηπτικά. Και κατσικάκι φάγαμε, απλά πριν και μετά αλειφθήκαμε καλού κακού με Betadine, κάτι σαν τον Βυζαντινοτέτοιο δηλαδή στο «Κωνσταντίου και Ελένης». Και τις ευχές μας ανταλλάξαμε τηλεφωνικά, διαδικτυακά και νοερά. Όχι, δεν έχουμε παράπονο. Και μετά πήγαμε μια βόλτα με κωδικό 6 παρακαλώ, που σημαίνει σωματική άσκηση, αλλά στη μέση της διαδρομής βρήκα ένα καφέ ανοιχτό και είπα να στηθώ στην ουρά, αλλά αναρωτιόμουν μήπως πρέπει να στείλω νέο μήνυμα με διαφορετικό κωδικό και ποιον κωδικό άραγε να βάλω;
2 για αγαθά πρώτης ανάγκης; Είναι ο φρέντο καπουτσίνο μέτριος με μαύρη ζάχαρη και χωρίς κανέλα είδος πρώτης ανάγκης; Δε θέλω απάντηση.
4 για παροχή βοήθειας σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη; Προσπάθησα να συνεχίσω το σενάριο και δε μου έβγαινε.
«Ένα καφεδάκι θα πάρω στα γρήγορα, δε χάθηκε κι ο κόσμος», είπα στον εαυτό μου ίσως λίγο πιο δυνατά από όσο έπρεπε και τότε είδα ξαφνικά απέναντί μου τον ψηλό με τα μακριά μαλλιά και το μούσι που ήθελε μάλλον κι αυτός να στηθεί στην ουρά. Μου φάνηκε ύποπτος. «Μάλλον αστυνόμος με πολιτικά», σκέφτηκα. Έκανα να βγάλω το κινητό να προλάβω να στείλω μήνυμα με καινούριο κωδικό, όποιον να ’ναι, δεν είχα την πολυτέλεια να διαλέξω, αλλά ο μακρυμάλλης μουσάτος ήταν πιο γρήγορος.
«Κύριε αστυφύλακα, ορίστε η ταυτότητά μου», μου είπε κι έτρεμε.
Είμαι κι εγώ ψηλός με μακριά μαλλιά και μούσι. Μάλλον δείχνω και ύποπτος.
Στον γυρισμό έφαγα μια τούμπα, έτσι όπως πήγα να κατέβω το πεζοδρόμιο. Δεν το είχα προσέξει πριν. Τελικά, το περπάτημα πάνω στην άσφαλτο είναι πολύ διαφορετικό από τα πλακάκια της συνηθισμένης μου διαδρομής κουζίνα – σαλόνι κι αντίστροφα. Προσποιήθηκα πως δεν πονάω και συνέχισα προς το σπίτι. Δεν είναι ώρες να σερνόμαστε στα νοσοκομεία. Εντάξει, δεν είναι και τίποτα σοβαρό ένα διαστρεμματάκι. Άλλωστε μπορεί να περάσει και μόνο του. Θα μπω στο ίντερνετ, θα διαβάσω συνταγές και γιατροσόφια και θα γίνω καλά. Η τεχνολογία κάνει θαύματα.
Από ένα μπαλκόνι άκουσα δυνατά την τηλεόραση να με ειρωνεύεται.
«Η κανονικότητα έρχεται».
Στο βάθος του δρόμου διέκρινα το περιπολικό.    

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

Οδός Πανεπιστημίου



Με κυνηγούν οι μέλισσες,
νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου
ο Σκαϊγουώκερ κι ο Νταρθ Βέιντερ μαζί χριστουγεννιάτικα στην Πανεπιστημίου...

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

"Τίποτα"


Διαβάζω στον «Διώκτη» του Λαρς Κέπλερ έναν γρίφο:
«Οι πλούσιοι το χρειάζονται,
οι φτωχοί ήδη το έχουν
και αν το τρως πεθαίνεις»
Η λύση αποκαλύπτεται στην επόμενη σελίδα. Μια μικρή λέξη. Άλλες φορές πολύ σημαντική κι άλλες εντελώς ασήμαντη. «Τίποτα».
Οι πλούσιοι δε χρειάζονται τίποτα. Οι φτωχοί έχουν το «τίποτα» και όταν τρως το «τίποτα», πεθαίνεις.
Η πρώτη λέξη στο αγαπημένο μου τραγούδι.
Σαν σήμερα έφυγε αυτός που το έγραψε.
Όλα είχαν κυλήσει σαν «ατέλειωτη βροχή σε χάρτινο ποτήρι».
Βράδυ του 1967: Η φράση «words are flowing out like endless rain into a paper cup» στριφογυρίζει στο μυαλό του Λένον.
Σηκώνεται από το κρεβάτι του, παίρνει χαρτί και μολύβι και αρχίζει να γράφει τους στίχους για ένα «συμπαντικό» τραγούδι.
Το πρωί, κάθεται στο πιάνο και αρχίζει να γράφει τη μουσική.
4 Φεβρουαρίου 1968: το τραγούδι ηχογραφείται και μπαίνει στο συρτάρι.
Η απήχησή του θύμιζε αυτό που χρειάζονται οι πλούσιοι.
Δεκαετία του '70: Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Rolling Stone, ο Λένον λέει ότι το «Across the Universe» είναι ό,τι πιο λυρικό έχει γράψει ποτέ του.
8 Δεκεμβρίου 1980, μεσημέρι: Ο Μαρκ Τσάπμαν ζητάει από τον Τζον Λένον να του υπογράψει ένα αυτόγραφο. Λίγες ώρες αργότερα τον δολοφονεί έξω από το σπίτι του. Όπως έχει πει ο ίδιος ο δράστης, πίστευε ότι με τη δολοφονία του Λένον θα γινόταν κάποιος....
Έμεινε στην ιστορία ως αυτό που έχουν οι φτωχοί.
5 Φεβρουαρίου 2008, 2 το πρωί ώρα Ελλάδος: το «Across the Universe» μεταδίδεται από τις αντένες του Διαστημικού Κέντρου της Μαδρίτης προς το μακρινό διάστημα και το άστρο Πολάρις, που απέχει 431 έτη φωτός από την Γη.
Η απάντηση έμοιαζε πολύ σε αυτό που όταν το τρως, πεθαίνεις.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Αν οι παραδοσιακοί δάσκαλοι, εσύ...


Υπέροχο κείμενο από το μέλλον
(αλιευμένο από το blog "Οι εκπαιδευτικοί μιλούν...")
Εικόνα από το παρελθόν
ΑΝ ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ
ΕΣΥ
Έμπαιναν στην τάξη πάνω σε οδοστρωτήρα
Μπες πεζός
Έκαναν μονόλογο
Κάνε διάλογο
Προσπαθούσαν να επιβληθούν
Επιχείρησε να συνεννοηθείς
Απέβλεπαν στην ομαδοποίηση
Ψηλάφισε τις ιδιαιτερότητες
Υποδείκνυαν μονόδρομους
Καλλιέργησε την ευρυχωρία
Είχαν προθέσεις αφέντη
Να έχεις θέση ηγέτη
Φέρονταν εξουσιαστικά
Να κινείσαι συναινετικά
Ένιωθαν αφεντικά των παιδιών
Να αισθάνεσαι συνέταιρός τους
Επιδίωκαν να κάνουν τα παιδιά κατάλληλα για το Σχολείο
Φρόντισε να είναι το Σχολείο κατάλληλο για τα παιδιά
Σερβίριζαν κονσερβοποιημένες αξίες
Βοήθησε να αυτοοικοδομήσουν το αξιακό τους σύστημα
Τους έδειχναν το δρόμο να ανεβούν
Μάθε τους πώς να σταθούν
Θέριζαν από θερμοκήπια υποκρισίας
Οδήγησέ τους στη δεντροστοιχία της κριτικής
Διακινούσαν τη σοβαρότητα μέσα από το κατσούφιασμα
Αποποιήσου την κληρονομιά και χαμογέλα
Επιβάλλονταν καταπιέζοντας
Απορρύθμισε τις σειρήνες του φόβου
Προωθούσαν ιδεολογία
Να παραθέτεις ποικιλία απόψεων
Προετοίμαζαν υποτακτικούς ακροατές
Να συζητάς και να ενθαρρύνεις
Απαιτούσαν εργασία
Να αποκτάς συνεργασία
Αναζητούσαν λάθη
Να αναγνωρίζεις επιτεύγματα
Στόχευαν στην απομνημόνευση
Να τους κινητοποιείς την κρίση

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

Περιμένοντας τον Γκοντό


"Δεν κλαίει πια. Πήρατε σεις τη θέση του, κατά κάποιον τρόπο. Η ποσότης των δακρύων αυτού του κόσμου είναι αμετάβλητη. Για καθέναν που αρχίζει να κλαίει, κάπου κάποιος άλλος σταματάει. Το ίδιο γίνεται και με το γέλιο. Ας μην κακολογούμε λοιπόν την εποχή μας, δεν είναι αθλιότερη από τις προηγούμενες. Αλλά ούτε βέβαια και να την εκθειάζουμε. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι ο πληθυσμός έχει αυξηθεί"
Σάμουελ Μπέκετ, Περιμένοντας τον Γκοντό, 1949.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Πανελλήνιες


Σήμερα η συνάδελφος που η κόρη της δίνει Πανελλήνιες ήταν αγχωμένη. Και σήμερα. 
"Μην το καταλάβει το παιδί", της είπα.
"Δεν το καταλαβαίνει", μου απάντησε "αλλά εγώ έτσι νιώθω".
Κι εγώ έτσι ένιωθα. Μπορεί σωστά μπορεί λάθος. Και... έγραψα το παρακάτω κείμενο για το TheMamagers τότε... τον μακρινό Μάιο του 2016.
Μου φαίνεται πως πέρασαν αιώνες...


Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

Κάθε φορά


Λοιπόν, κόλπο!
Κάθε φορά που (νιώθεις ότι) τελειώνει ο κόσμος
αντί να κλαις, σκας χαμόγελο
και... τραγουδάς!
Αυτά λέω στους μαθητές μου
οπότε αναγκαστικά
πρέπει και να τα εφαρμόζω!!!

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Έχουμε τηλέφωνο... έχουμε ίντερνετ... έχουμε Πάπα...



Κάτι χτυπούσε το παράθυρο. Σαν να είχε ζωντανέψει η τελευταία παράγραφος από τον «Φτωχούλη του Θεού». Ήταν μεγαλύτερο από το σπουργιτάκι που φανταζόταν ο Καζαντζάκης: «Ολόβρεχα ήταν τα φτερά του, κρύωνε, σηκώθηκα να του ανοίξω».
Νόμιζα πως ήμουν στο γραφείο μου, αλλά κοίταξα καλύτερα, ήμουν στην τάξη. Ο Κροίσος και ο Σόλων έψαχναν τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Η ερώτηση ακούστηκε σαν σφοδρή σύγκρουση αυτοκινήτων. Έψαξα γύρω μου να δω ποιος ρωτούσε.
«Γιατί στο Χόγκουαρτς έχουν τις ημερήσιες κουκουβάγιες;»
Νόμιζα πως ήμουν στην τάξη, αλλά κοίταξα καλύτερα, ήμουν στο γραφείο μου και ξανά ο ίδιος χτύπος στο παράθυρο.
Η Χέντβιχ, η θηλυκή χιονόλευκη κουκουβάγια του Χάρι Πότερ με κοιτούσε πίσω από το τζάμι. Τα μάτια της μιλούσαν:
«Έχω συνηθίσει να μεταφέρω εξάψαλμους, εφημερίδες, περιοδικά και μικρά δέματα. Αν θέλεις μεγαλύτερα δέματα, θα πρέπει να φύγω παρέα με άλλες δυο κουκουβάγιες. Τουλάχιστον».
Βγήκα στο προαύλιο. Όλα βρεγμένα και ο ουρανός θολός.  
Ο Έρολ, η ηλικιωμένη Μεγάλη Γκρίζα κουκουβάγια των Ουέσλι, διαγράφοντας την ελλειπτική τροχιά όλμου, προσγειώθηκε άτσαλα μπροστά στα πόδια μου χωρίς έκρηξη μόνο με αναστεναγμούς από τους πόνους μέσα σε ένα σύννεφο πουπουλένιο.
Κοίταξα ψηλά. Μια δεκαοχτούρα πετούσε χαμηλά σαν το περιστέρι του Νώε με ένα κλαδάκι στο ράμφος.
Δεν μπορούσα να δω κάτι άλλο. Ένας πόνος ανάγκαζε τα μάτια μου να κλείνουν. Κανείς δε χτυπούσε το παράθυρο και ο ήχος γινόταν διαπεραστικός, ρυθμικός, ενοχλητικός… Οδήγησα μέχρι το σχολείο μηχανικά. Μιλούσα με τα παιδιά, τους δασκάλους και τους γονείς, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο παράθυρο του γραφείου. Έβγαινα στο προαύλιο και κοιτούσα ψηλά στον ουρανό. Ούτε οι ημερήσιες κουκουβάγιες του Χόγκουαρτς ούτε το περιστεράκι του Νώε ούτε οι δεκαοχτούρες του Υμηττού.
Λίγο πριν το σχόλασμα άκουσα τον θόρυβο έξω από το παράθυρο και τρόμαξα. Θυμήθηκα το όνειρο. Τον είδα σκαρφαλωμένο σε μια τεράστια σκάλα να ανακατεύει με τα κατσαβίδια του τα καλώδια. Η σκάλα έμοιαζε με αυτή στο όνειρο του Ιακώβ. Στηριγμένη στη γη έφτανε ως τον ουρανό.
«Ρώτησέ τον πού αγόρασε αυτή τη σκάλα», μου χαμογελούσε η γιαγιά του Βασίλη και της Κατερίνας.
Έψαχνα σημάδια γύρω μου να βεβαιωθώ πως βγήκα από το όνειρο.
«Ψάχνω για τη βλάβη στο τηλέφωνο και στο ίντερνετ», ξεκαθάρισε από κει ψηλά ο τεχνικός κόβοντας την απορία όλων ακριβώς στη μέση.
«Ίσως να είναι και φάρσα», σκέφτηκα. «Αλλά χτες μου υποσχέθηκαν από την εταιρία πως θα το φτιάξουν. Όμως δύο βδομάδες το αίτημα προωθείται ως επείγον».
Έψαχνα στις κινήσεις του τεχνικού κάτι ψεύτικο. Έβλεπα τα φωτάκια του ρούτερ να αναβοσβήνουν σαν λαμπάκια σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δυο βδομάδες σβησμένα αλλά τώρα…
«Φλώρα, εγώ φεύγω, αν συμβεί κάτι…»
Με έκοψε με μια γκριμάτσα που ξεκαθάριζε πως τίποτα δε θα συμβεί όπως τίποτα δεν είχε συμβεί για δυο βδομάδες. Οδήγησα μέχρι το σπίτι με κουκουβάγιες και δεκαοχτούρες να πετάνε μες στο μυαλό μου, τεχνίτες να σκαρφαλώνουν ως τον ουρανό, να περνάνε οι γιορτινές μέρες και ο Άι Βασίλης να μη φέρνει στο σχολείο τηλέφωνο και ίντερνετ. Άκουγα το «Friday I m in love» στο τέρμα και τίποτα άλλο.
Ένιωσα το τρέμουλο του κινητού. Στην οθόνη αναπάντητη από το σχολείο. Έλεγξα μήπως ήταν κάποια ξεχασμένη από τον Νοέμβριο. Κάλεσα πίσω.
«Έχουμε και τηλέφωνο και ίντερνετ», πανηγύριζε η Φλώρα με τον ενθουσιασμό καρδινάλιου στην πλατεία του Αγίου Πέτρου που δείχνει τον λευκό καπνό και φωνάζει «Έχουμε Πάπα».
Κοίταξα ψηλά, επειδή μου φάνηκε πως άκουσα πουλιά να χτυπάνε τα φτερά τους.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018

Αν η ζωή είναι μια ηχώ...


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Πρόσωπα και γεγονότα είναι φανταστικά, γιατί δε συμβαίνουν τέτοια πράγματα... ποτέ...
Υπάρχουν βάσιμες υποψίες πως η ζωή είναι μια ηχώ. Ό,τι στέλνεις εκεί έξω έρχεται, με χρονοκαθυστέρηση μεν, αλλά έρχεται πίσω. Μέχρι και το τέλος του καλοκαιριού εμείς οι δάσκαλοι και οι γονείς του 6ου και του 7ου τρέχαμε για την κεραία λίγα μέτρα μακριά ή μάλλον πιο σωστά κοντά στο σχολείο μας. Φθινόπωρο πια, λίαν συντόμως χειμώνας και μια ακόμη κεραία φυτρώνει πολύ κοντά σε όμορο σχολείο (πιο όμορο δε γίνεται). Στο 8ο. Ένα πράγμα δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε. Πως δεν έχουν σύστημα. 6, 7 και μετά 8 και έλα να πέσουν τα στοιχήματα πού θα μπει η επόμενη κεραία... ίσως στο 9... και διαβάζω σχόλια πως η τεχνολογία είναι απαραίτητη. Λες και ισχυρίζεται κανείς το αντίθετο. Αλλά κάποιος πολύ πιο δυνατός κάπου πιο ψηλά από μας μάλλον διαθέτει το χιούμορ που λείπει από όλες και όλους μας.
Δευτέρα ξεκίνησαν όλα. Λοιπόν... εδώ και μια βδομάδα στο σχολείο μας δεν έχουμε τηλέφωνο. Το 6ο για να εξηγούμαστε... είπαμε υπάρχει σύστημα και σειρά... Χρειάστηκε η σύμπραξη δύο εταιρειών και τρεις μέρες για να λυθεί το πρόβλημα. Οι ίδιες εταιρείες που προλαβαίνουν να στήσουν μια κεραία μπροστά στη μύτη σου ακριβώς στο δευτερόλεπτο που εσύ κοιτάς λοξά τον γείτονα για τους δικούς σου λόγους. Οι ίδιες εταιρείες που προλαβαίνουν σε χρόνο dt που λένε και οι ασκήσεις μηχανικής στην πρώτη λυκείου να σου πάρουν μια κεραία και να στη μεταμορφώσουν σε καμινάδα, ταμπέλα για υγιεινή διατροφή, ζαρζαβατικά και φρούτα, κουνέλι μέσα από καπέλο, άσο στο μανίκι και ό,τι άλλο θέλουν. Αυτές οι ίδιες εταιρείες τα χρειάστηκαν με τη βλάβη, αλλά τελικά και με τα πολλά κατάφεραν να λύσουν το πρόβλημα. Να λύσουν;
Πέμπτη ήταν, όταν θεώρησαν πως διόρθωσαν το πρόβλημα, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να μεταφέρουν την τηλεφωνική γραμμή από το 6ο Δημοτικό Σχολείο Βύρωνα στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Βύρωνα. Πέτυχαν όμως τον λήγοντα κι αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί κάτι. Ένα πρώτο βήμα. Ένας μικρός θρίαμβος στη συνοικία των κεραιών και της νανοτεχνολογίας.
Πέμπτη ήταν, όταν τους ενημερώσαμε για το μικρό λαθάκι τους. Το ζήτημα προωθήθηκε ως υπερεπείγον.
Και πέρασαν κι άλλες μέρες. Χωρίς τηλέφωνο και πλέον χωρίς ίντερνετ. Και ξημέρωσε πάλι Δευτέρα. Και ξανά τηλέφωνα σε υπεύθυνους. Και ξανά η λέξη "υπερεπείγον". Αλλά η βλάβη βλάβη. Στην τάξη κλίναμε ξανά και ξανά το επίθετο "ο επείγων, η επείγουσα, το επείγον", έτσι για γούρι, αλλά και πάλι τίποτα. Όταν ζητήσαμε από τους τεχνικούς της εταιρίας κάτι λιγότερο αφηρημένο, έψαξαν στις λίστες τους και είδαν ότι σύμφωνα με αυτούς η γραμμή είχε αποκατασταθεί. Για μια στιγμή κοιταχτήκαμε όλοι. Επιμείναμε πως θέλουμε να μετακομίσουμε από την εικονική πραγματικότητα στην καθημερινότητα επειγόντως. Το μόνο που καταφέραμε βέβαια ήταν να ξαναδηλώσουμε τη βλάβη.
Και περιμένουμε...
Μία φίλη που έμαθε μέσες άκρες τι έγινε σκέφτηκε να τρολάρει και μου έστειλε μήνυμα:
"Η κινητή τηλεφωνία σε εκδικείται. Για τον πόλεμο της κεραίας"
Βιάστηκε να συμπληρώσει πολλά γέλια να μην το πάρω σοβαρά, αλλά εγώ θυμήθηκα αυτό με τη ζωή και την ηχώ.
Γιατί αν τελικά αποδειχτούν βάσιμες οι υποψίες και η ζωή είναι ηχώ, αλίμονό μου...

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Να πω σε κάποιον πώς νιώθω...



Χρειάζομαι μια ωραία μελωδία,
έναν απλό στίχο
απλά κάτι να ακούω
για να μην καταλαβαίνω πως
παραμένω ανυποψίαστος
πόσο πιο μαύρα θα γίνουν όλα...
για να μην καταφέρω ποτέ
να πω σε κάποιον
πώς νιώθω...


Γιώργος Γιώτης (17/9/2017)

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Ιστορίες της Σύρου


Αφορμή ήταν ένα στρώμα θαλάσσης που ο αέρας το τραβούσε μέσα, το κυνηγούσαν παιδιά, αυτό έδειχνε πως αράζει στα βράχια κι όταν το πλησίαζαν πάλι ξεμάκραινε, σαν να τους κορόιδευε. Ένας κύριος γύρω στα 60, κολυμπούσε δίπλα μας και χαμογελούσε. Περίμενα να πει "αν ήμουν πιο νέος, εγώ θα το προλάβαινα". Όπως μας διηγήθηκε, ήταν γεννημένος το 1950 κι όσα καλοκαίρια θυμόταν τον εαυτό του, σε αυτή την παραλία στρώματα έφευγαν στα ξαφνικά και με τον αέρα έφταναν Σίφνο. Κάποια στιγμή αγόρασε βαρκάκι και πηγαινοερχόταν απέναντι, γνωρίστηκε με ψαράδες και του έλεγαν γελώντας πως όταν πιάνει καιρός, όλη η Σίφνος περιμένει να έρθουν με τον αέρα στρώματα από τη Σύρο. "Με έπαιρναν και τηλέφωνο μερικές φορές και μου έλεγαν πως παρέλαβαν την καινούρια παραγγελία και κάναμε πλακα." Περίμενα την ευκαιρία να τελειώσει για να ρωτήσω, αλλά με πρόλαβε η Χαρά. "Αυτός ο πύργος τι είναι;" "Τον είχε ένας εφοπλιστής ο Κοσμάς και αργότερα το πήρε το Νεώριο και ρήμαξε. Ο Γουλανδρής δεν το χρησιμοποίησε πολύ. Δεν ερχόταν. Τώρα μείναν μόνο δύο ανίψια του, δεν είχε παιδιά, ρήμαξε κι η οικογένεια, αλλά όταν το είχε ο Κοσμάς, ήταν πανέμορφο, κάθε δεκαπενταύγουστο καλούσε όλα τα παιδιά της περιοχής στη γιορτή της κόρης του, για δεκαετία 60 σου μιλάω και εκείνο το διώροφο έξω ήταν τότε καφενεδάκι που έπινε τα ουζάκια του ο Κοσμάς και κερνούσε τους πάντες. Ήταν κι αυτό δικό του. Στο τέλος το χάρισε. Κι αυτός ο δρόμος δεν υπήρχε. Ένα μονοπάτι μόνο τότε."
Πήρε μια βαθιά ανάσα, μας ευχήθηκε καλή διαμονή στο νησί και άρχισε να κολυμπά κόντρα στον αέρα. Ακούσαμε μόνο να λέει "Άργησα σήμερα". Σα να μιλούσε μόνος.

Όχι, δεν υπήρξε άλλη αφορμή. Η Χαρά να λέει πως όποτε μπαίνει στη θάλασσα σηκώνεται αέρας εγώ να απαντώ πως στα ανοικτά ο Τζωρτζ Κλούνεϊ προσπαθεί να ανεβάσει το ψαροκάικό του σε ένα τεράστιο κύμα και στην παραλία ένας κυριούλης πενήντα plus είχε ανέβει σε έναν βράχο και μπέρδευε τους πάντες με τις προθέσεις του: ψάχνει κάτι, θέλει να βουτήξει θεαματικά ή θα γκρεμοτσακιστεί χωρίς να το θέλει. 
Άκουσα μια φωνή πολύ κοντά μου, γύρισα, "εσείς είστε που συζητούσαμε προχτές για τα στρώματα θαλάσσης και τον πύργο του Κοσμά;" με ρώτησε και το χαμόγελο κρατούσε το στόμα του στην ίδια θέση και στα φωνήεντα και στα σύμφωνα. "Τι κάνετε;" απάντησα με ερώτηση και μισή ενοχή που είχα ανεβάσει όσα μου είπε στο facebook. "Περνάτε όμορφα στο νησί μας;" μας ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνεχισε πως το λέει πολύ όμορφα ένας στίχος.
"Βαμβακάρης;" ήθελα να τον προλάβω κι ευτυχώς μια ο αέρας και δύο οι σκέψεις του ούτε που μου έδωσε σημασία: 
"Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική. 
το σπίτι φτωχικὸ στις αμμουδιὲς του Ομήρου..." Όσο τα φωνήεντα και τα σύμφωνα χόρευαν πάνω στο χαμόγελό του, είπα δυνατά "Ελύτης" κι αυτή τη φορά με άκουσε. "Δεκαετία 60 έρχονταν στην περιοχή τουρίστες και με σφυριά έσπαγαν κι έπαιρναν πέτρες από το βουνό εκεί πίσω. Εμείς τότε δεν ξέραμε. Αργότερα μάθαμε πως εκεί ήταν ο αρχαιότερος οικισμός του νησιού, τα Χοντρά της Βάρης, ίσως πιο παλιός κι από του Φοίνικα. Ένας Γάλλος αρχαιολόγος Ααρών μας άνοιξε τα μάτια και καταλάβαμε πως το βουνό ήταν γεμάτο οψιδιανό, ένα πέτρωμα που μοιάζει με γυαλί κι έφτιαχναν εργαλεία και όπλα την εποχή της πέτρας, αν έχετε ακουστά. Υπάρχει πολύ τέτοιο πέτρωμα στη Νίσυρο και στη Μήλο, αλλά στη Σύρο ποιος το ήξερε;" Κοίταξε στην παραλία, το χαμόγελο έσβησε, είχε αργήσει. "Θα πάω περπατώντας για πιο γρήγορα" είπε και μας χαιρέτισε ευγενικά αφήνοντας πίσω χαμογελαστά φωνήεντα και σύμφωνα. Αν διάβαζε τη σκέψη μου, θα γυρνούσε να μου απαντήσει, γιατί κι αυτή η ιστορία του ήταν από τη δεκαετία του 60. Ο αέρας είχε πέσει κι ο κυριούλης πενήντα plus που τον είχα αφήσει ανεβασμένο στον βράχο είχε βρει μια σκιά, έπαιζε τάβλι κι έπινε μπύρα. Έψαξα το κινητό να γράψω την ιστορία, αλλά είχε μείνει από μπαταρία. Έβγαλα το βιβλίο του Ράνκιν και έπεσα πάνω στη φράση: "Όλοι έχουν δικαίωμα να ζήσουν την παιδική τους ηλικία". Έκλεισα το βιβλίο και κοίταξα τα σπίτια που κρέμονταν ψηλά αλλά και γεμάτα περιέργεια για όσα συνέβαιναν χαμηλά. Μια σκιά σε ένα μπαλκόνι κοιτούσε προς το βουνό που κάποτε ήταν γεμάτο οψιδιανό. Όλοι έχουν δικαίωμα να ζήσουν την παιδική τους ηλικία. Και να την ξαναζήσουν. Κοίταξα καλύτερα μήπως δω φωνήεντα και σύμφωνα να χορεύουν κοντά στη σκιά...".

Ήταν 8.30 και όλοι όσοι είχαν φτάσει στο χωριό Σαν Μιχάλη είχαν πιάσει ήδη τραπέζι στις δύο ταβέρνες ή είχαν απλωθεί στο δρομάκι που κρεμόταν πάνω από την παραλία και με έτοιμες τις φωτογραφικές περίμεναν. Μια καταχνιά όμως έκρυψε το σημείο που θα βουτούσε η τεράστια μπάλα χρώματος πορτοκαλί και στον αέρα σηκώθηκε ένα ααα, όχι δεν έπαιζε το κασετόφωνο τη Μαντουβάλα, ήταν που χάλασε χωρίς πώς και γιατί ένα ακόμη ηλιοβασίλεμα.
Καθόταν στο διπλανό μας τραπέζι, φορούσε γυαλιά μυωπίας με μαύρο σκελετό, άσπρα σγουρά πυκνά μαλλιά και μόνο όταν μας μίλησε, καταλάβαμε ποιος ήταν.
"Πρώτη φορά που συναντιόμαστε εκτός θαλάσσης" είπε με χαμόγελο για μια ακόμη φορά κολλημένο στα φωνήεντα και στα σύμφωνα. Η Χαρά ανταπέδωσε ευγενικά τον χαιρετισμό και προσπαθούσε να διακρίνει τον τελευταίο ήλιο ανάμεσα στη θολή υγρασία μιας ημέρας που έτσι κι αλλιώς θα έφευγε. 
"Το όνομά σας;" 
"Τάσος, νόμιζα πως είχαμε συστηθεί" μου απάντησε χωρίς να ρωτήσει το δικό μου. 
Πρόλαβε πριν έρθει ο σερβιτόρος να μας πει τη μισή ιστορία του προηγούμενου ιδιοκτήτη της ταβέρνας. "Εργάτης στο Νεώριο ήταν κι έφερνε εδώ πάνω φίλους να πίνουν τα ουζάκια τους, έπιανε ο πατέρας του την γκάιντα και γινόταν πανηγύρι σωστό. Μια δυο φορές μαθεύτηκε σε όλο το νησί και αν ήθελες να έρθεις κι εσύ σε αυτά τα γλέντια, έπρεπε να περιμένεις χειμώνα καλοκαίρι και μια και δυο ώρες να αδειάσει τραπεζι". Ο κυρ Τάσος σταμάτησε απότομα, μόλις είδε τον σερβιτόρο. Του είπε ένα "πες μπράβο στο αφεντικό που κρατάει την ποιότητα του μαγαζιού όπως παλιά" και ξαναγύρισε στο τραπέζι του. Όταν επέστρεψε, μας ρώτησε αν παραγγείλαμε Σαν Μιχάλη. "Είναι γραβιέρα από αγελαδινό γάλα και την έφτιαχναν πολύ παλιά σε αυτό το χωριό. Τώρα θα σε γελάσω από πού βγήκε το όνομα. Η εκκλησία του χωριού Αρχάγγελος Μιχαήλ, το απέναντι βουνό Σαν Μιχάλης, το χωριό κι αυτό Σαν Μιχάλη. Αλλά το τυρί πια δε βγαίνει εδώ. Το πήρε αποκλειστικότητα ένα τυροκομείο στον Γαλησσά, ο Ζωζεφίνος." Ο σερβιτόρος άφησε μια σουσαμάτη σαλάτα και μια μελιτζάνα στο πήλινο. Του είπα να προσθέσει ένα Σαν Μιχάλη κι ο κυρ Τάσος ρώτησε για επιβεβαίωση αν ήταν του Ζωζεφίνου. Όταν ελευθερώθηκε το πεδίο, του έβαλα λίγο ροζέ ντόπιο στο ποτήρι του και τσουγκρίσαμε. "Η παραλία που κοιτάτε" είπε στη Χαρά "είναι τα Γράμματα. Από τα αρχαία χρόνια εδώ έπιαναν λιμάνι τα καράβια για να γλιτώσουν τους αέρηδες, Κυκλάδες βλέπετε, οπότε όσο καιρό έμεναν οι ναυτικοί καθηλωμένοι στην ακτή, σκάλιζαν στα βράχια προσευχές στους θεούς τους μια που τους έσωσαν και δύο να τους βοηθήσουν να φύγουν πάλι. Από αυτά τα γράμματα στα βράχια βγήκε και το όνομα της παραλίας." Έκανε μια παύση, έδειξε κάτι σκοτεινά θολά βράχια πίσω από τα Γράμματα και είπε μόνο "Τα Γιούρα". Έπινε λίγες γουλιές κρασί ίσα να μας κάνει παρέα και δεν έτρωγε. "Με περιμένει παρέα στο τραπέζι μου" έλεγε σαν πρώτη δικαιολογία κι όταν τον πιέζαμε επαναλάμβανε πως τρώει μόνο τα δικά του προϊόντα, κρέας και τυρί από τις δικές του κατσίκες και λαχανικά από τον κήπο του. "Αυτό το βουνό πίσω από το χωριό λέγεται Σύριγγας και κατεβάζει νερό από την Άνδρο. Ναι, μέσα από υπόγεια περάσματα φτάνει εδώ η Σάριζα. Και πώς το ανακάλυψαν; Βρέθηκαν στο νερό του Σύριγγα στοιχεία από φυλλώματα πλατάνου, αλλά σε όλη τη Σύρο δε θα βρεις πλατάνι ούτε για δείγμα. Έριξαν λοιπόν χρωματιστό νερό απέναντι στη Σάριζα και μαντέψτε πού βρέθηκε" Στο μεταξύ γέμισε το τραπέζι και με τα υπόλοιπα. Σηκώθηκε ο κυρ Τάσος να φύγει. "Να σας αφήσω να φάτε με την ησυχία σας, σας ζάλισα κιολας". Δεν ήξερα πώς να τον κρατήσω ακόμα. "Ο παλιός ιδιοκτήτης;" ρώτησα περίεργος για το υπόλοιπο μισό της ιστορίας. Κοίταξε γύρω ένοχα και χαμήλωσε τη φωνή του "Ερωτεύτηκε και τίναξε το σπίτι του στον αέρα, έδωσε το μαγαζί και αφού δεν υπήρχε δουλειά στο Νεώριο, βγήκε στα καράβια, δεν ξαναπάτησε στο νησί ούτε τη γυναίκα του την έχουμε δει. Μόνο ο πατέρας του έρχεται και μαζεύει μέλι εδώ πιο πάνω". Σηκώθηκε αργά και στα δύο βήματα ξαναγύρισε προς το μέρος μας. "Δεν ξέρω αν ξαναέπαιξε γκάιντα". 
Χάθηκε στα τραπέζια στο βάθος. Όταν έφευγα, τον αναζήτησα αλλά τίποτα. Κατεβήκαμε αργά τον στενό δρόμο της Απάνω Μεριάς έχοντας στα αριστερά τον γκρεμό, τη θάλασσα και τα φώτα της Τήνου και της Μυκόνου. Σταματήσαμε στην Ανάσταση απέναντι από την Άνω Σύρα. Είχε στηθεί ένα γλέντι από ένα Σύλλογο Φίλων Στέλιου Καζαντζίδη. 
Όση ώρα μείναμε ακούγαμε νησιώτικα κι όταν κάποια στιγμή είπαμε να φύγουμε, σηκώθηκε στον αέρα ένα ααα, όχι δε χάλασε χωρίς πώς και γιατί ένα ακόμα ηλιοβασίλεμα. Ήταν όλοι όρθιοι και τραγουδούσαν τη Μαντουβάλα...


Προσπαθούσα να δω πιο ψύχραιμα αυτό που κρυβόταν πίσω από τους δείκτες του ρολογιού. Ένα καράβι έπαιρνε τη στροφή και οι επιβάτες από Σάμο, Ικαρία και Μύκονο είχαν βγει να θαυμάσουν την πλούσια πλευρά της Ερμούπολης και ψηλά στο βάθος τον Άγιο Νικόλα με τις αρχαίες κολόνες και τον μπλε τρούλο. Από στιγμή σε στιγμή θα σφύριζε το καράβι, κόσμος κι αυτοκίνητα θα κατέβαιναν, κόσμος κι αυτοκίνητα θα ανέβαιναν κι εγώ...
Ξανακοίταξα μέσα στο μαγαζί, η κόρη μου δοκίμαζε καπέλα, φουλάρια και όποτε το θυμόταν γύριζε να με δει και πίστευε πως με ένα χαμόγελο μπορεί να με καθησυχάσει. 
Ήθελα να δείχνω ήρεμος, έκανα μεταβολή και βρέθηκα με τη μούρη κολλημένη σε έναν πάγκο με παγωτά ζαχαρώνοντας τρεις γεύσεις, μπισκότο, σοκολάτα και κρέμα. Ο υπάλληλος δε με πίεζε να αποφασίσω, η ώρα περνούσε, το καράβι δε σφύριζε, η κόρη μου φορούσε κι άλλο φουλάρι κι εγώ με ευγενικό χαμόγελο μάζευα τα μαλλιά πίσω να κρύψω αμηχανία κι αγωνία μαζί και ζητούσα ένα φρέντο εσπρέσσο σκέτο. 
Οι τοίχοι του μαγαζιού ήταν καλυμμένοι με φωτογραφίες πρόχειρα κολλημένες και όλες με ηρωίδες και ήρωες από τηλεοπτικές σειρές, ριάλιτι, ταινίες σε έναν αχταρμά καθόλου ελκυστικό...
Σχεδόν ταυτόχρονα, ο υπάλληλος μου έδινε τον καφέ με τα ρέστα και στο μαγαζί εμφανιζόταν δίπλα μου, όπως μόνο στις παλιές ταινίες γίνεται, ποιος άλλος;
- Ο κυρ Τάσος, φώναξα λες και ήμουν μόνος σε όλο το νησί και ο υπάλληλος με ένα χαμόγελο και λίγο ανασηκωμένο το φρύδι έδειχνε ξεκάθαρα την απορία του πώς και γνωριζόμασταν.
Με συνόδευσε ως το αυτοκίνητο και περιμέναμε μαζί πρώτα να φτάσουν η Χαρά και η κόρη μου κρυμμένες μέσα σε καινούρια καπέλα και φουλάρια και μετά το καράβι. Πρόλαβε και μου είπε την ιστορία του Κοκκινόσπιτου στο Επισκοπείο. Δε μιλούσα, μόνο τον άκουγα. "Έχεις διαβάσει τη Μεγάλη Χίμαιρα; Από το νησί πήρε την ιστορία ο Καραγάτσης. 
Και σήμερα ακόμα λένε πως ακούγονται οι λυγμοί της Ρεΐζη, οι φωνές της Μαρίνας και τα γέλια της κόρης της". 
Το καράβι σφύριζε, οι άγκυρες γρύλιζαν και κάπου ανάμεσα πετούσε ή αγωνία μου μήπως γίνει κάτι και δε φύγω στην ώρα μου. Ο κυρ Τάσος απάντησε στις ευχαριστίες μου με την πρόβλεψη και υπόσχεση μαζί πως στην επόμενη μου επίσκεψη στη Σύρο θα περάσω καλύτερα. "Μετά τις 18 Ιούλη εδώ βγαίνουν τα σύκα κι αν αποφασίσεις να μας έρθεις χειμώνα, θα πάμε στο υπόγειο του Λιλή να δούμε τον πίνακα του Τζινιόλι για τη Φραγκοσυριανή"
Ακολούθησα τις οδηγίες των παρκαδόρων και άφησα το αυτοκίνητο στο κάτω γκαράζ πολύ κοντά στην έξοδο. Βρήκα εύκολα θέση στο σαλόνι, γιατί όλοι είχαν στριμωχτεί κοντά στα παράθυρα και ψάχνοντας ποιος ήταν αυτός ο Τζινιόλι, έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια και όταν τα άνοιξα μια γυναικεία φωνή στο μικρόφωνο ανακοίνωνε μια μικρή καθυστέρηση στην άφιξη. Βγήκα έξω να με χτυπήσει ο αέρας. Βρήκα μια γωνία που δεν υπήρχαν καπνιστές να βαριαναστενάζουν και να με σημαδεύουν. Μπήκα σε μια μηχανή αναζήτησης και χτύπησα τη λέξη Τζινιόλι. Ιταλός που έσωσε πολύ κόσμο στη Σύρο την περίοδο της Κατοχής ειδοποιώντας πού θα χτυπήσουν οι κατακτητές. Πρόσθεσα και τη λέξη Λιλής περίεργος για αυτό τον πίνακα της Φραγκοσυριανής. Δεν πάτησα όμως αναζήτηση. Το καράβι έπιανε λιμάνι. 
Οι μισοί δρόμοι του Πειραιά κακοφωτισμένοι και κλειστοί λόγω έργων. Ένα καλοκαίρι κακοκεφο σε μια πόλη θυμωμένη. Η τελευταία απορία της ημέρας: "Τι σχέση είχε ένας Ιταλός που έσωσε τους εχθρούς στην Κατοχή με έναν ταβερνιάρη, φίλο του Μάρκου;"
Χαμογέλασα κι άρχισα να βλέπω όνειρο. Ένα χαμόγελο με κολλημένα πάνω του φωνήεντα και σύμφωνα. Και μετά θάλασσα...

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

χαμόγελα



8.10: η Γ. μόλις έβγαινε στο προαύλιο για εφημερία.
Μας έσκασε χαμόγελο κι ακούστηκε το κουδούνι.
Έτσι κι αλλιώς κάθε Τετάρτη
αυτή μιλάει στο μικρόφωνο,
αλλά σήμερα πριν την πρωινή προσευχή
έδωσε περισσότερα παραγγέλματα από κάθε άλλη φορά.

8.20: ο Ν. δεν έψαχνε τις προσωπικές αντωνυμίες στην άσκηση του βιβλίου.
Έτσι κι αλλιώς έγραφε σε ένα χαρτί
που μετά ταξίδευε λαθρεπιβάτης κάτω από τα θρανία.
Πρόλαβα και διάβασα λίγες λέξεις από μακριά.
Λίγα ρήματα και μπερδεμένα ουσιαστικά.
Δε χαμογελούσε όμως.
Με κοίταξε: «Ανταλλάσσουμε μηνύματα και δε μιλάμε»

9.39: η Κ. φοβάται.
Μπήκε στην τάξη μία μύγα από την πόρτα …
μετά από τρία τρελά ζιγκ-ζαγκ βγήκε από το παράθυρο.
Η Ν. εκμεταλλεύεται την αναστάτωση,
πετάει ένα ποπ-κορν στον αέρα …
τεντώνει ανοικτό το στόμα
μήπως και το καταπιεί.
Ο Σ. μασάει τσίχλα.
Ο Ν. με κοιτάει χωρίς χαμόγελο.

9.40: ακούγεται το κουδούνι, τα χαμόγελα επιστρέφουν…

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Χειμωνιάτικο απόγευμα

Χειμωνιάτικο απόγευμα παλαιάς κοπής
κι όλα τα μουντά χρώματα της παιδικής μου ηλικίας μαζί …
Από την απέναντι πολυκατοικία το σήμα της Αθλητικής Κυριακής σε διαπασών ρυθμούς μέσα από κλειστά παντζούρια και γκρίζα σκοτεινά διαμερίσματα.
Το ραδιόφωνο έχει σωπάσει, επειδή απλά
δεν υπάρχει τραγούδι να κρύψει αυτή τη μελαγχολία,
ίσως πάλι επειδή
δε βρέθηκαν οι σωστές νότες που θα διώξουν τη θλίψη.
Καμία φωνή δε θα πει καλό λόγο
για τη βδομάδα που έρχεται ....

(πίνακας: James Gurney, Waterfall City: Afternoon Light)

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Λαβύρινθος

Με παιχνιδιάρικη διάθεση έγραψα στον πίνακα:
«το 1/3 δεν είναι διαίρεση, είναι λαβύρινθος»
Ο Ν. σήκωσε το χέρι.
Υπέθεσα πως βρήκε μια παρόμοια διαίρεση που δεν τελειώνει ποτέ.
"Κάθε Κυριακή πηγαίνω κατηχητικό. Ο παπάς το πρωί μας κερνούσε γλυκά. Μερικές φορές και το μεσημέρι. Συνήθως κοκάκια. Νομίζω"
Περίμενα υπομονετικά μέσα στην ησυχία της αμηχανίας να οδηγήσει ο Ν. τη σκέψη του σε κάποιο κλάσμα-λαβύρινθο.
Μας έσωσε όλους η Μ. "Αυτό δεν είναι κατηχητικό. Είναι ζαχαροπλαστείο". Ο Ν. επανήλθε με ξινισμένο ύφος και ως Σαπφώ Νοταρά γρύλισε: "Φέτος δεν έχει γλυκά", για να απαντήσει και πάλι η Μ.: "Φέτος έχει κρίση".

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Μία σεμνή τελετή

Φέτος όλα ήταν διαφορετικά ...
με το φινάλε να ακουμπάει στο παρελθόν
αλλά να ανασαίνει στο παρόν!!!
Τα παιδιά της χορωδίας να σκορπούν συγκίνηση
η εικόνα να σε πνίγει
και στο βάθος να περιμένει η φωνή του Παύλου
να σημάνει - όπως έλεγαν κάποτε - τη λήξη της σεμνής τελετής ...

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Συναίνεση

(Ackerfeldt Gotthard Wilhelm Als Peder, Portrait of Christian VII King of Denmark)


Έξω από τους τοίχους της τάξης
άγχος ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός της συναίνεσης. Μέσα όμως, οι μαθητές μου ενθουσιασμένοι με τις δικές τους εκλογές. Οι φίλοι με είχαν προειδοποιήσει πως η εκλογική διαδικασία μεταξύ μαθητών τις περισσότερες φορές καταλήγει σε μαύρο δάκρυ. Ας συνηθίζουν από μικροί, σκέφτηκα και τελικά το τόλμησα. Προς μεγάλη μου έκπληξη μία μαθήτρια είχε ετοιμάσει να εκφωνήσει δύο σελίδες λόγο, ενώ ένας άλλος - συνονόματός μου - πετάχτηκε δίπλα της και εκτός κειμένου άρχισε να τάζει. Όταν τέλειωσε η καταμέτρηση, έδωσα συγχαρητήρια στους νικητές και ρώτησα το Γιώργο πώς θα καταφέρει να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του. Είχε βγει πρώτος με διαφορά και πετούσε στα σύννεφα. Από εκεί ψηλά με είδε και με γλυκό χαμόγελο μου ψιθύρισε σαν να με κορόιδευε: -Κύριε Γιώργο, μην ανησυχείτε, λεφτά υπάρχουν!

Χρώματα

(Joan Miro, The Farm, 1921-1922)

Μ’ αρέσουν τα χρώματα, αν και … δεν μπορώ να τα ξεχωρίζω. Όταν όμως είμαι ανάμεσα σε παιδιά, νιώθω λιγότερο ενοχλητική αυτή την αδυναμία μου. Νομίζουν ότι προσποιούμαι τον ανήξερο, μόνο και μόνο για να τους αναγκάσω
να ανακαλύψουν επίθετα σε –ής.
Για παράδειγμα:
Μπορώ να πω
«ο καφετής στο χρώμα του καφέ
είναι πολύ πικρός
χωρίς τον ζαχαρή
και όχι τόσο στιφός
όσο ο βυσσινής»
και να αποφύγω να δώσω λεπτομέρειες
για τις αποχρώσεις.
Ζήλευα ανθρώπους σαν τον Μιρό
που ανακάτευε χρώματα
αλλά όλοι καταλάβαιναν πού ήταν ο ουρανός
και πού τα σπίτια.
Ζήλευα ανθρώπους σαν τον Λουντέμη
που έβλεπε τα πράγματα
να βαδίζουν στη γη με το αληθινό τους χρώμα:
"τη χαρά άσπρη
τη θλίψη χλωμή".
Ζήλευα λίγο και τους πολιτικούς
που κάποτε μπορούσαν να πουν με σιγουριά:
«Ψηφίστε μας επειδή είμαστε πράσινοι, δεν είμαστε μαύροι»
«Ψηφίστε μας για ένα λόγο, είμαστε καθαροί γαλάζιοι
ούτε μπλε ούτε κόκκινοι».

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

ένα κενό ...


Σήμερα, ξύπνησα με ένα κενό στο στομάχι ... κρεμόμουν από ένα παράθυρο μιας τάξης για να διακρίνω τι ακριβώς γινόταν στο προαύλιο. Δεν καταλάβαινα. Ακουγόταν η φωνή του διευθυντή, αλλά οι φίλοι μου μαζεμένοι κοιτούσαν ψηλά προς την αντίθετη κατεύθυνση ... κρύφτηκα πίσω από μία κουρτίνα ... αισθάνθηκα το κενό στο στομάχι ... βγήκα κι έτρεξα στις σκάλες ... οι φίλοι τώρα μαζεμένοι πάλι ... αυτή τη φορά πιο κοντά ο ένας με τον άλλο ... πιο φοβισμένοι και δεν κοιτούσαν πουθενά ... έξω από το γραφείο του διευθυντή που φώναζε για κάποιους αλήτες (κοιταχτήκαμε ένοχα) που έπαιζαν μπάλα στο προαύλιο Κυριακή πρωί. Έπειτα βγήκε από το γραφείο ο διευθυντής και πίσω του μία γιαγιά ... δε φορούσε κουκούλα αλλά συνεχώς έδειχνε ... αυτός ... αυτός και αυτός σε πέντε κατεβασμένα κεφάλια ... και μετά το ίδιο κενό στο στομάχι ...