Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Ιστορίες της Σύρου


Αφορμή ήταν ένα στρώμα θαλάσσης που ο αέρας το τραβούσε μέσα, το κυνηγούσαν παιδιά, αυτό έδειχνε πως αράζει στα βράχια κι όταν το πλησίαζαν πάλι ξεμάκραινε, σαν να τους κορόιδευε. Ένας κύριος γύρω στα 60, κολυμπούσε δίπλα μας και χαμογελούσε. Περίμενα να πει "αν ήμουν πιο νέος, εγώ θα το προλάβαινα". Όπως μας διηγήθηκε, ήταν γεννημένος το 1950 κι όσα καλοκαίρια θυμόταν τον εαυτό του, σε αυτή την παραλία στρώματα έφευγαν στα ξαφνικά και με τον αέρα έφταναν Σίφνο. Κάποια στιγμή αγόρασε βαρκάκι και πηγαινοερχόταν απέναντι, γνωρίστηκε με ψαράδες και του έλεγαν γελώντας πως όταν πιάνει καιρός, όλη η Σίφνος περιμένει να έρθουν με τον αέρα στρώματα από τη Σύρο. "Με έπαιρναν και τηλέφωνο μερικές φορές και μου έλεγαν πως παρέλαβαν την καινούρια παραγγελία και κάναμε πλακα." Περίμενα την ευκαιρία να τελειώσει για να ρωτήσω, αλλά με πρόλαβε η Χαρά. "Αυτός ο πύργος τι είναι;" "Τον είχε ένας εφοπλιστής ο Κοσμάς και αργότερα το πήρε το Νεώριο και ρήμαξε. Ο Γουλανδρής δεν το χρησιμοποίησε πολύ. Δεν ερχόταν. Τώρα μείναν μόνο δύο ανίψια του, δεν είχε παιδιά, ρήμαξε κι η οικογένεια, αλλά όταν το είχε ο Κοσμάς, ήταν πανέμορφο, κάθε δεκαπενταύγουστο καλούσε όλα τα παιδιά της περιοχής στη γιορτή της κόρης του, για δεκαετία 60 σου μιλάω και εκείνο το διώροφο έξω ήταν τότε καφενεδάκι που έπινε τα ουζάκια του ο Κοσμάς και κερνούσε τους πάντες. Ήταν κι αυτό δικό του. Στο τέλος το χάρισε. Κι αυτός ο δρόμος δεν υπήρχε. Ένα μονοπάτι μόνο τότε."
Πήρε μια βαθιά ανάσα, μας ευχήθηκε καλή διαμονή στο νησί και άρχισε να κολυμπά κόντρα στον αέρα. Ακούσαμε μόνο να λέει "Άργησα σήμερα". Σα να μιλούσε μόνος.

Όχι, δεν υπήρξε άλλη αφορμή. Η Χαρά να λέει πως όποτε μπαίνει στη θάλασσα σηκώνεται αέρας εγώ να απαντώ πως στα ανοικτά ο Τζωρτζ Κλούνεϊ προσπαθεί να ανεβάσει το ψαροκάικό του σε ένα τεράστιο κύμα και στην παραλία ένας κυριούλης πενήντα plus είχε ανέβει σε έναν βράχο και μπέρδευε τους πάντες με τις προθέσεις του: ψάχνει κάτι, θέλει να βουτήξει θεαματικά ή θα γκρεμοτσακιστεί χωρίς να το θέλει. 
Άκουσα μια φωνή πολύ κοντά μου, γύρισα, "εσείς είστε που συζητούσαμε προχτές για τα στρώματα θαλάσσης και τον πύργο του Κοσμά;" με ρώτησε και το χαμόγελο κρατούσε το στόμα του στην ίδια θέση και στα φωνήεντα και στα σύμφωνα. "Τι κάνετε;" απάντησα με ερώτηση και μισή ενοχή που είχα ανεβάσει όσα μου είπε στο facebook. "Περνάτε όμορφα στο νησί μας;" μας ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνεχισε πως το λέει πολύ όμορφα ένας στίχος.
"Βαμβακάρης;" ήθελα να τον προλάβω κι ευτυχώς μια ο αέρας και δύο οι σκέψεις του ούτε που μου έδωσε σημασία: 
"Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική. 
το σπίτι φτωχικὸ στις αμμουδιὲς του Ομήρου..." Όσο τα φωνήεντα και τα σύμφωνα χόρευαν πάνω στο χαμόγελό του, είπα δυνατά "Ελύτης" κι αυτή τη φορά με άκουσε. "Δεκαετία 60 έρχονταν στην περιοχή τουρίστες και με σφυριά έσπαγαν κι έπαιρναν πέτρες από το βουνό εκεί πίσω. Εμείς τότε δεν ξέραμε. Αργότερα μάθαμε πως εκεί ήταν ο αρχαιότερος οικισμός του νησιού, τα Χοντρά της Βάρης, ίσως πιο παλιός κι από του Φοίνικα. Ένας Γάλλος αρχαιολόγος Ααρών μας άνοιξε τα μάτια και καταλάβαμε πως το βουνό ήταν γεμάτο οψιδιανό, ένα πέτρωμα που μοιάζει με γυαλί κι έφτιαχναν εργαλεία και όπλα την εποχή της πέτρας, αν έχετε ακουστά. Υπάρχει πολύ τέτοιο πέτρωμα στη Νίσυρο και στη Μήλο, αλλά στη Σύρο ποιος το ήξερε;" Κοίταξε στην παραλία, το χαμόγελο έσβησε, είχε αργήσει. "Θα πάω περπατώντας για πιο γρήγορα" είπε και μας χαιρέτισε ευγενικά αφήνοντας πίσω χαμογελαστά φωνήεντα και σύμφωνα. Αν διάβαζε τη σκέψη μου, θα γυρνούσε να μου απαντήσει, γιατί κι αυτή η ιστορία του ήταν από τη δεκαετία του 60. Ο αέρας είχε πέσει κι ο κυριούλης πενήντα plus που τον είχα αφήσει ανεβασμένο στον βράχο είχε βρει μια σκιά, έπαιζε τάβλι κι έπινε μπύρα. Έψαξα το κινητό να γράψω την ιστορία, αλλά είχε μείνει από μπαταρία. Έβγαλα το βιβλίο του Ράνκιν και έπεσα πάνω στη φράση: "Όλοι έχουν δικαίωμα να ζήσουν την παιδική τους ηλικία". Έκλεισα το βιβλίο και κοίταξα τα σπίτια που κρέμονταν ψηλά αλλά και γεμάτα περιέργεια για όσα συνέβαιναν χαμηλά. Μια σκιά σε ένα μπαλκόνι κοιτούσε προς το βουνό που κάποτε ήταν γεμάτο οψιδιανό. Όλοι έχουν δικαίωμα να ζήσουν την παιδική τους ηλικία. Και να την ξαναζήσουν. Κοίταξα καλύτερα μήπως δω φωνήεντα και σύμφωνα να χορεύουν κοντά στη σκιά...".

Ήταν 8.30 και όλοι όσοι είχαν φτάσει στο χωριό Σαν Μιχάλη είχαν πιάσει ήδη τραπέζι στις δύο ταβέρνες ή είχαν απλωθεί στο δρομάκι που κρεμόταν πάνω από την παραλία και με έτοιμες τις φωτογραφικές περίμεναν. Μια καταχνιά όμως έκρυψε το σημείο που θα βουτούσε η τεράστια μπάλα χρώματος πορτοκαλί και στον αέρα σηκώθηκε ένα ααα, όχι δεν έπαιζε το κασετόφωνο τη Μαντουβάλα, ήταν που χάλασε χωρίς πώς και γιατί ένα ακόμη ηλιοβασίλεμα.
Καθόταν στο διπλανό μας τραπέζι, φορούσε γυαλιά μυωπίας με μαύρο σκελετό, άσπρα σγουρά πυκνά μαλλιά και μόνο όταν μας μίλησε, καταλάβαμε ποιος ήταν.
"Πρώτη φορά που συναντιόμαστε εκτός θαλάσσης" είπε με χαμόγελο για μια ακόμη φορά κολλημένο στα φωνήεντα και στα σύμφωνα. Η Χαρά ανταπέδωσε ευγενικά τον χαιρετισμό και προσπαθούσε να διακρίνει τον τελευταίο ήλιο ανάμεσα στη θολή υγρασία μιας ημέρας που έτσι κι αλλιώς θα έφευγε. 
"Το όνομά σας;" 
"Τάσος, νόμιζα πως είχαμε συστηθεί" μου απάντησε χωρίς να ρωτήσει το δικό μου. 
Πρόλαβε πριν έρθει ο σερβιτόρος να μας πει τη μισή ιστορία του προηγούμενου ιδιοκτήτη της ταβέρνας. "Εργάτης στο Νεώριο ήταν κι έφερνε εδώ πάνω φίλους να πίνουν τα ουζάκια τους, έπιανε ο πατέρας του την γκάιντα και γινόταν πανηγύρι σωστό. Μια δυο φορές μαθεύτηκε σε όλο το νησί και αν ήθελες να έρθεις κι εσύ σε αυτά τα γλέντια, έπρεπε να περιμένεις χειμώνα καλοκαίρι και μια και δυο ώρες να αδειάσει τραπεζι". Ο κυρ Τάσος σταμάτησε απότομα, μόλις είδε τον σερβιτόρο. Του είπε ένα "πες μπράβο στο αφεντικό που κρατάει την ποιότητα του μαγαζιού όπως παλιά" και ξαναγύρισε στο τραπέζι του. Όταν επέστρεψε, μας ρώτησε αν παραγγείλαμε Σαν Μιχάλη. "Είναι γραβιέρα από αγελαδινό γάλα και την έφτιαχναν πολύ παλιά σε αυτό το χωριό. Τώρα θα σε γελάσω από πού βγήκε το όνομα. Η εκκλησία του χωριού Αρχάγγελος Μιχαήλ, το απέναντι βουνό Σαν Μιχάλης, το χωριό κι αυτό Σαν Μιχάλη. Αλλά το τυρί πια δε βγαίνει εδώ. Το πήρε αποκλειστικότητα ένα τυροκομείο στον Γαλησσά, ο Ζωζεφίνος." Ο σερβιτόρος άφησε μια σουσαμάτη σαλάτα και μια μελιτζάνα στο πήλινο. Του είπα να προσθέσει ένα Σαν Μιχάλη κι ο κυρ Τάσος ρώτησε για επιβεβαίωση αν ήταν του Ζωζεφίνου. Όταν ελευθερώθηκε το πεδίο, του έβαλα λίγο ροζέ ντόπιο στο ποτήρι του και τσουγκρίσαμε. "Η παραλία που κοιτάτε" είπε στη Χαρά "είναι τα Γράμματα. Από τα αρχαία χρόνια εδώ έπιαναν λιμάνι τα καράβια για να γλιτώσουν τους αέρηδες, Κυκλάδες βλέπετε, οπότε όσο καιρό έμεναν οι ναυτικοί καθηλωμένοι στην ακτή, σκάλιζαν στα βράχια προσευχές στους θεούς τους μια που τους έσωσαν και δύο να τους βοηθήσουν να φύγουν πάλι. Από αυτά τα γράμματα στα βράχια βγήκε και το όνομα της παραλίας." Έκανε μια παύση, έδειξε κάτι σκοτεινά θολά βράχια πίσω από τα Γράμματα και είπε μόνο "Τα Γιούρα". Έπινε λίγες γουλιές κρασί ίσα να μας κάνει παρέα και δεν έτρωγε. "Με περιμένει παρέα στο τραπέζι μου" έλεγε σαν πρώτη δικαιολογία κι όταν τον πιέζαμε επαναλάμβανε πως τρώει μόνο τα δικά του προϊόντα, κρέας και τυρί από τις δικές του κατσίκες και λαχανικά από τον κήπο του. "Αυτό το βουνό πίσω από το χωριό λέγεται Σύριγγας και κατεβάζει νερό από την Άνδρο. Ναι, μέσα από υπόγεια περάσματα φτάνει εδώ η Σάριζα. Και πώς το ανακάλυψαν; Βρέθηκαν στο νερό του Σύριγγα στοιχεία από φυλλώματα πλατάνου, αλλά σε όλη τη Σύρο δε θα βρεις πλατάνι ούτε για δείγμα. Έριξαν λοιπόν χρωματιστό νερό απέναντι στη Σάριζα και μαντέψτε πού βρέθηκε" Στο μεταξύ γέμισε το τραπέζι και με τα υπόλοιπα. Σηκώθηκε ο κυρ Τάσος να φύγει. "Να σας αφήσω να φάτε με την ησυχία σας, σας ζάλισα κιολας". Δεν ήξερα πώς να τον κρατήσω ακόμα. "Ο παλιός ιδιοκτήτης;" ρώτησα περίεργος για το υπόλοιπο μισό της ιστορίας. Κοίταξε γύρω ένοχα και χαμήλωσε τη φωνή του "Ερωτεύτηκε και τίναξε το σπίτι του στον αέρα, έδωσε το μαγαζί και αφού δεν υπήρχε δουλειά στο Νεώριο, βγήκε στα καράβια, δεν ξαναπάτησε στο νησί ούτε τη γυναίκα του την έχουμε δει. Μόνο ο πατέρας του έρχεται και μαζεύει μέλι εδώ πιο πάνω". Σηκώθηκε αργά και στα δύο βήματα ξαναγύρισε προς το μέρος μας. "Δεν ξέρω αν ξαναέπαιξε γκάιντα". 
Χάθηκε στα τραπέζια στο βάθος. Όταν έφευγα, τον αναζήτησα αλλά τίποτα. Κατεβήκαμε αργά τον στενό δρόμο της Απάνω Μεριάς έχοντας στα αριστερά τον γκρεμό, τη θάλασσα και τα φώτα της Τήνου και της Μυκόνου. Σταματήσαμε στην Ανάσταση απέναντι από την Άνω Σύρα. Είχε στηθεί ένα γλέντι από ένα Σύλλογο Φίλων Στέλιου Καζαντζίδη. 
Όση ώρα μείναμε ακούγαμε νησιώτικα κι όταν κάποια στιγμή είπαμε να φύγουμε, σηκώθηκε στον αέρα ένα ααα, όχι δε χάλασε χωρίς πώς και γιατί ένα ακόμα ηλιοβασίλεμα. Ήταν όλοι όρθιοι και τραγουδούσαν τη Μαντουβάλα...


Προσπαθούσα να δω πιο ψύχραιμα αυτό που κρυβόταν πίσω από τους δείκτες του ρολογιού. Ένα καράβι έπαιρνε τη στροφή και οι επιβάτες από Σάμο, Ικαρία και Μύκονο είχαν βγει να θαυμάσουν την πλούσια πλευρά της Ερμούπολης και ψηλά στο βάθος τον Άγιο Νικόλα με τις αρχαίες κολόνες και τον μπλε τρούλο. Από στιγμή σε στιγμή θα σφύριζε το καράβι, κόσμος κι αυτοκίνητα θα κατέβαιναν, κόσμος κι αυτοκίνητα θα ανέβαιναν κι εγώ...
Ξανακοίταξα μέσα στο μαγαζί, η κόρη μου δοκίμαζε καπέλα, φουλάρια και όποτε το θυμόταν γύριζε να με δει και πίστευε πως με ένα χαμόγελο μπορεί να με καθησυχάσει. 
Ήθελα να δείχνω ήρεμος, έκανα μεταβολή και βρέθηκα με τη μούρη κολλημένη σε έναν πάγκο με παγωτά ζαχαρώνοντας τρεις γεύσεις, μπισκότο, σοκολάτα και κρέμα. Ο υπάλληλος δε με πίεζε να αποφασίσω, η ώρα περνούσε, το καράβι δε σφύριζε, η κόρη μου φορούσε κι άλλο φουλάρι κι εγώ με ευγενικό χαμόγελο μάζευα τα μαλλιά πίσω να κρύψω αμηχανία κι αγωνία μαζί και ζητούσα ένα φρέντο εσπρέσσο σκέτο. 
Οι τοίχοι του μαγαζιού ήταν καλυμμένοι με φωτογραφίες πρόχειρα κολλημένες και όλες με ηρωίδες και ήρωες από τηλεοπτικές σειρές, ριάλιτι, ταινίες σε έναν αχταρμά καθόλου ελκυστικό...
Σχεδόν ταυτόχρονα, ο υπάλληλος μου έδινε τον καφέ με τα ρέστα και στο μαγαζί εμφανιζόταν δίπλα μου, όπως μόνο στις παλιές ταινίες γίνεται, ποιος άλλος;
- Ο κυρ Τάσος, φώναξα λες και ήμουν μόνος σε όλο το νησί και ο υπάλληλος με ένα χαμόγελο και λίγο ανασηκωμένο το φρύδι έδειχνε ξεκάθαρα την απορία του πώς και γνωριζόμασταν.
Με συνόδευσε ως το αυτοκίνητο και περιμέναμε μαζί πρώτα να φτάσουν η Χαρά και η κόρη μου κρυμμένες μέσα σε καινούρια καπέλα και φουλάρια και μετά το καράβι. Πρόλαβε και μου είπε την ιστορία του Κοκκινόσπιτου στο Επισκοπείο. Δε μιλούσα, μόνο τον άκουγα. "Έχεις διαβάσει τη Μεγάλη Χίμαιρα; Από το νησί πήρε την ιστορία ο Καραγάτσης. 
Και σήμερα ακόμα λένε πως ακούγονται οι λυγμοί της Ρεΐζη, οι φωνές της Μαρίνας και τα γέλια της κόρης της". 
Το καράβι σφύριζε, οι άγκυρες γρύλιζαν και κάπου ανάμεσα πετούσε ή αγωνία μου μήπως γίνει κάτι και δε φύγω στην ώρα μου. Ο κυρ Τάσος απάντησε στις ευχαριστίες μου με την πρόβλεψη και υπόσχεση μαζί πως στην επόμενη μου επίσκεψη στη Σύρο θα περάσω καλύτερα. "Μετά τις 18 Ιούλη εδώ βγαίνουν τα σύκα κι αν αποφασίσεις να μας έρθεις χειμώνα, θα πάμε στο υπόγειο του Λιλή να δούμε τον πίνακα του Τζινιόλι για τη Φραγκοσυριανή"
Ακολούθησα τις οδηγίες των παρκαδόρων και άφησα το αυτοκίνητο στο κάτω γκαράζ πολύ κοντά στην έξοδο. Βρήκα εύκολα θέση στο σαλόνι, γιατί όλοι είχαν στριμωχτεί κοντά στα παράθυρα και ψάχνοντας ποιος ήταν αυτός ο Τζινιόλι, έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια και όταν τα άνοιξα μια γυναικεία φωνή στο μικρόφωνο ανακοίνωνε μια μικρή καθυστέρηση στην άφιξη. Βγήκα έξω να με χτυπήσει ο αέρας. Βρήκα μια γωνία που δεν υπήρχαν καπνιστές να βαριαναστενάζουν και να με σημαδεύουν. Μπήκα σε μια μηχανή αναζήτησης και χτύπησα τη λέξη Τζινιόλι. Ιταλός που έσωσε πολύ κόσμο στη Σύρο την περίοδο της Κατοχής ειδοποιώντας πού θα χτυπήσουν οι κατακτητές. Πρόσθεσα και τη λέξη Λιλής περίεργος για αυτό τον πίνακα της Φραγκοσυριανής. Δεν πάτησα όμως αναζήτηση. Το καράβι έπιανε λιμάνι. 
Οι μισοί δρόμοι του Πειραιά κακοφωτισμένοι και κλειστοί λόγω έργων. Ένα καλοκαίρι κακοκεφο σε μια πόλη θυμωμένη. Η τελευταία απορία της ημέρας: "Τι σχέση είχε ένας Ιταλός που έσωσε τους εχθρούς στην Κατοχή με έναν ταβερνιάρη, φίλο του Μάρκου;"
Χαμογέλασα κι άρχισα να βλέπω όνειρο. Ένα χαμόγελο με κολλημένα πάνω του φωνήεντα και σύμφωνα. Και μετά θάλασσα...

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Μπέλφαστ


Υπογραφές στις αποκαλούμενες "γραμμές ειρήνης", murals στους τοίχους των σπιτιών μαζί με σημαίες που θέλουν να μην ξεχαστούν ιστορίες ταραχών και βίας, θανάτου και μίσους. Κοινότητες που επιμένουν να ζουν διχοτομημένες, που θέλουν τους φράχτες να υψώνονται ανάμεσά τους, που προσδιορίζουν ακόμη και σήμερα την ύπαρξή τους και την ταυτότητά τους με το μίσος. 
Στο κέντρο ένα υπέροχο Δημαρχείο και ρωτάς το μαγικό χέρι που σε προσγείωσε στη διχοτομημένη πόλη που έφτιαξε το μεγαλύτερο πλοίο-ναυάγιο: "Είμαστε στην πλευρά των Καθολικών ή των Προτεσταντών;" Παίρνεις αμέσως απάντηση σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο: "Εδώ είναι η ουδέτερη ζώνη". Ορολογία πολέμου, απλά στα πεζοδρόμια δεν περπατούν κυανόκρανοι. Ένας νεαρός βρίζει τον οδηγό μας και φωνάζει πως η 1η Ιουλίου δεν είναι η γιορτή μιας μάχης, αλλά η μάχη. "Μεθυσμένος" τον δικαιολογεί και μου εξηγεί για το πρώτο γεγονός που χώρισε Ιρλανδούς και Άγγλους: Battle of the Boyne και William of Orange 1 Ιουλίου 1690. "Και πώς σε κατάλαβε πως είσαι από το Δουβλίνο;" τον ρώτησα.
Φανταζόμουν πως οι Βόρειοι έχουν πιο μεγάλη μύτη ή οι νότιοι πιο σκούρα μαλλιά. "Οι πινακίδες εδώ είναι όλες πορτοκαλί" μου λέει και πάλι σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Στην επιστροφή προς Δουβλίνο μετρούσα πόσες πινακίδες ήταν άσπρες και πόσες πορτοκαλί. Θυμόμουν τον Προτεστάντη οδηγό στα μαύρα ταξί που καμάρωνε για τη Manchester United.
Οι άνθρωποι πρέπει να βρουν κάτι να τους χωρίζει.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Πλατεία Κλαυθμώνος


Ο Δημήτρης Καμπούρογλου έπινε το καφεδάκι του κι έβλεπε απέναντι εξαιρετική κίνηση. Έπιασε συζήτηση με τον κυρ Παντελή, τον θυμόταν επιστάτη του γυμνασίου στο Βαρβάκειο. Ήταν το 1878. Τα χρόνια είχαν περάσει και τώρα ο Δημήτρης ήταν 26 χρονών, είχε ήδη μια πενταετία στην αρχισυνταξία της «Εφημερίδος», του εκδότη Δημήτριου Κορομηλά, ενώ ο κυρ Παντελής είχε πλέον το καφενεδάκι στον κήπο του Υπουργείου Οικονομικών. Παυσανίες και θεσιθήρες είχαν κατακλύσει την πλατεία μπροστά από το Υπουργείο Εσωτερικών. Παυσανίες έλεγαν τότε όσους παύονταν από την εργασία τους και η σειρά των γεγονότων είχε εξελιχθεί πλέον σε ρουτίνα: αλλαγή κυβέρνησης – απολύσεις – κλαυθμοί και οδυρμοί έξω από το Υπουργείο. Μόνο εκείνη τη χρονιά, είχαν αλλάξει τρεις φορές οι κυβερνήσεις: Κουμουνδούρος, Τρικούπης και ξανά Κουμουνδούρος, ενώ την προηγούμενη ήταν η Οικουμενική του Κανάρη. Κάτι έλεγε ο κυρ Παντελής κουβαλώντας στον δίσκο δύο καφέδες και ποτήρια με νερό, αλλά ο Δημήτρης προσπαθούσε να θυμηθεί όλα τα ονόματα της πλατείας.
• πλατεία Αισχύλου, όνομα που πρότεινε ο αρχιτέκτονας Λέο φον Κλέντσε, υποβάλλοντας σχέδια για την πόλη των Αθηνών με πρόσκληση του βασιλιά Όθωνα
• πλατεία των κήπων του Παλαιού Παλατιού (επί Όθωνα), επειδή στη δυτική πλευρά της υπήρχαν οι τρεις συνεχόμενες οικίες των Βούρου, Μαστρονικόλα και Αφθονίδου, όπου έμειναν αρχικά ο Όθωνας και η Αμαλία μετά τους γάμους τους.
• πλατεία του Νομισματοκοπείου, επειδή εκεί βρισκόταν το κτίριο του Νομισματοκοπείου
• πλατεία του κήπου του υπουργείου Οικονομικών, το οποίο κατεδαφίστηκε το 1939
• Πλατεία 25ης Μαρτίου, αφού στον κήπο της πλατείας το 1838 έγινε ο πρώτος Εορτασμός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821
• Πλατεία Δημοκρατίας
Έκλεισε τα μάτια και μόνο άκουγε. Όταν τα ξανάνοιξε, σκεφτόταν ήδη το άρθρο που θα έγραφε στο περιοδικό «Εστία». Και είχε έτοιμο τον τίτλο: «Ο κήπος του Κλαυθμώνος». Ούτε που περνούσε από το μυαλό του πως εκείνη τη στιγμή γινόταν νονός της πλατείας.
Γιώργος Γιώτης (22/6/2017)
Πηγές: Ιστορικά Θέματα, Βικιπαίδεια, iefimerida

Εικόνα: Πλατεία Κλαυθμώνος, 1913.

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Μπάστερ Κίτον


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας υπέροχος ηθοποιός και σκηνοθέτης. Το επώνυμό του ήταν Κίτον.
Μπάστερ ήταν ένα παρατσούκλι που του κόλλησε ο πατέρας του, επειδή βρέφος 6 μηνών έπεσε από μια μεγάλη σκάλα χωρίς να τραυματιστεί (Στα τέλη του 19ου αιώνα η λέξη buster σήμαινε πτώση που πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε τραύμα).
Αστέρας του "βωβού" κινηματογράφου με σήμα κατατεθέν την κωμωδία με κινήσεις του σώματος.
Με τη στωική αγέλαστη έκφρασή του κέρδισε το παρατσούκλι "Το μεγάλο πέτρινο πρόσωπο".
Το 1917 τέλειωνε ουσιαστικά ο Μεγάλος Πόλεμος (πρώτο παγκόσμιο τον λέμε σήμερα) και ο 22χρονος Μπάστερ ετοιμάζεται για την πρώτη του ταινία, αν και διατηρεί πολλές επιφυλάξεις για αυτό το καινούριο μέσο. Μία δεκαετία αργότερα ο ομιλών κινηματογράφος έφερε τα πάνω κάτω και στη ζωή του.
Άστατη προσωπική ζωή, επαγγελματική ανασφάλεια, αλκοολισμός και πάρα πολλές ταινίες ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας.
31 Ιανουαρίου 1966 έπαιζε χαρτιά με τους φίλους του σε ένα νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν όπως του είχαν πει για βρογχίτιδα. Δεν του είχαν πει όμως την αλήθεια. Βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο μιας πολύ πιο σοβαρής ασθένειας. Την επομένη πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα σε ηλικία 71 ετών.

Και ζήσαν οι υπόλοιποι καλά κι εμείς καλύτερα, έλεγε η γιαγιά μου, Γιαννούλα Γιώτη το όνομά της, το 1898 είχε γεννηθεί και ούτε ακουστά δεν είχε τον Μπάστερ Κίτον και ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς εννοούσε, αλλά και ποτέ δεν τη ρώτησα...
Γ.Γ. (5/6/2017)
Πηγές: wikipedia, filmsite, imdb.

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Όταν περνάω όμορφα!!!


Παρασκευή απόγευμα. 
Ζηλεύω μια μαθήτριά μου που όποτε περνάει όμορφα γράφει ημερολόγιο.
Πιάνω μολύβι και χαρτί και καταγράφω τη στιγμή.
"Έχω περάσει τέλεια με τα παιδιά της έκτης στην εκδρομή στο Ναύπλιο, μπαίνω στο σχολείο και βλέπω μια υπέροχη έκθεση ζωγραφικής. 
Οι ζωγράφοι με πλησιάζουν, μου χαρίζουν το καλύτερό τους χαμόγελο, μια αγκαλιά κι ένα αυτόγραφο. 
Και ακολουθεί Σαββατοκύριακο."

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Το βαλς των χαμένων ονείρων


Ο Αλέκος Σακελλάριος θυμάται την ιστορία πίσω από το «Βαλς των χαμένων ονείρων»: 
«Στην πρώτη ιδιωτική προβολή που κάναμε για την ταινία 
«Χαμένα Όνειρα», 
για να δει ο Μάνος την ταινία και να εμπνευστεί τη μουσική, 
στα πρώτα πέντε λεπτά κοιμήθηκε 
και ξύπνησε λίγο πριν τελειώσει η ταινία.
-Μάνο μου, μήπως πρέπει να την ξαναδείς; του λέω
-Δεν χρειάζεται, σε λίγες μέρες θα έχεις τη μουσική, μου απάντησε. Πράγματι, η μουσική ήταν καταπληκτική.
Ο Μάνος έγραψε το «Βαλς των χαμένων ονείρων»,
που θεωρείται η καλύτερη μελωδία του στον κινηματογράφο....

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες


"Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις 
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης" 
 Ο ματωμένος Μάης του 1936 υπαγορεύει 
και ο Γιάννης Ρίτσος γράφει ένα ποίημα 
με παραδοσιακό στίχο και με ρίζες από το δημοτικό τραγούδι. 
Τον Επιτάφιο. 
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου έχουμε την επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και στους Στύλους του Ολυμπίου Διός καίγονται τα τελευταία 250 εναπομείναντα αντίτυπα , μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία. 
Το 1960 ηχογραφείται μελοποιημένος και ενορχηστρωμένος από τον Μίκη Θεοδωράκη σε ερμηνεία Γρηγόρη Μπιθικώτση και εκτέλεση Μανόλη Χιώτη. 
Ο ίδιος ο Ρίτσος που αρχικά αμφισβήτησε τις μουσικές επιλογές του Μίκη θα παραδεχτεί αργότερα: 
«Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσω της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ»

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Οι μπότηδες και η Γεωργία Βασιλειάδου


Περπατάς στην άκρη του δρόμου και προσγειώνεται μπροστά σου φαρδύ πλατύ κανάτι που σπάει. Περνούν βασανιστικά αργά τα κλάσματα του δευτερολέπτου που μόνο κοιτάς τα κομμάτια και αναρωτιέσαι, πριν προλάβεις να κοιτάξεις ψηλά και να ανακαλύψεις τελικά από πού σου ήρθε η βολή και ποιος σε έχει βάλει στο μάτι…
Τι φαντάζεσαι;
1. 33,33% με σημαδεύει ένοικος του τρίτου, φανατικός του Βασίλη Καρρά κι έχω μια περιέργεια ποιο τραγούδι προκάλεσε τόση ταραχή  
2. 66,66% παίζω (χωρίς να το ξέρω) κομπάρσος στο ριμέικ της ταινίας «Η θεία απ’ το Σικάγο» κι έχω μια περιέργεια ποια θα παίξει τη Γεωργία Βασιλειάδου
2. 0,01% είμαι στην Κέρκυρα Μεγάλο Σάββατο μετά την πρώτη Ανάσταση και βρέχει μπότηδες, τα πήλινα κανάτια με το στενό στόμιο και τα δυο χερούλια στο πλάι για να τα μεταφέρεις πιο εύκολα. Απαραίτητη και η κόκκινη κορδέλα, αφού το κόκκινο είναι το χρώμα του νησιού. Τα μπαλκόνια όλα είναι στολισμένα και κόσμος πολύς τραβάει φωτογραφίες, φωνάζει, γελάει, πηγαίνει, έρχεται… Και έχω μια περιέργεια πώς και προέκυψε αυτό το έθιμο.
Ο φαν του Βασίλη Καρρά δεν ήξερε τι έκανε, η Βασιλειάδου σημάδευε γαμπρούς για τις ανιψιές της, αλλά οι Κερκυραίοι γιατί; 
Απαντήσεις
1. Ναι, σωστά μαντέψατε: ο φανατικός του Βασίλη Καρρά "έχει μόνο ένα ελάττωμα, ν' αγαπάει τα λάθος άτομα και πονάει η καρδιά του η ριμάδα σαν την πληγωμένη του Ελλάδα"
2. Τη θεία απ' το Σικάγο θα παίξει η ... μάλλον ο Νίκος Δένδιας που θεωρεί τη Βασιλειάδου ανώτερη της Σκάρλετ Γιόχανσον.
3. Σπάνε κανάτια στην Κέρκυρα κι έτσι ξορκίζουν το κακό, λέει η παράδοση. Σα να το βροντοφωνάζουν πως φεύγει ο χειμώνας και η φύση ξαναγεννιέται, γεμίζει λουλουδάκια ο τόπος, τα πουλάκια κελαηδούν, ανεβάζεις τα μάλλινα και πάει λέγοντας…

Το έθιμο των μπότηδων ενώνει με μια διάφανη κλωστή από τη μια τους αρχαίους Έλληνες που γιόρταζαν την αρχή της γεωργικής περιόδου πετώντας τα παλιά τους κανάτια για να γεμίσουν τα νέα με τους νέους καρπούς κι από την άλλη τους Καθολικούς της Ενετοκρατίας στο νησί που την Πρωτοχρονιά πετώντας τα παλιά τους πράγματα, πίστευαν πως ο νέος χρόνος θα τους φέρει καινούρια και καλύτερα.
Γιώργος Γιώτης (15/4/2017)

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης (Λόφος Φιλοπάππου)


Εδώ και χρόνια κάθε Μεγάλη Παρασκευή βράδυ ακολουθούμε την περιφορά του Επιταφίου που ξεκινάει από το μικρό και γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη στον λόφο του Φιλοπάππου.  
Σα λέξη πάντα με μπέρδευε. Μου θύμιζε τη φράση "πάππου προς πάππου", ε και κάτι ανάλογο θα σημαίνει, έλεγα, ο λόφος Φιλοπάππου. Έβαζα με το μυαλό διάφορα πως δηλαδή ο λόφος ήταν αγαπημένο στέκι υπερηλίκων ή πως ο ίδιος o λόφος υπήρξε, άγνωστο πώς, αρκετά φιλικός με παππούδες και γιαγιάδες. Τη δεκαετία του 70, πηγαίναμε σχεδόν κάθε Κυριακή που ο καιρός ήταν καλός και μαζευόμασταν συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, μια πόλη ολόκληρη με φαγητά τυλιγμένα σε πετσέτες, εφημερίδες και περιοδικά να διαβάζουν οι μεγάλοι κι εμείς μπάλες τα αγόρια, σχοινάκια τα κορίτσια και να πω την αμαρτία μου ντρεπόμουν να ρωτήσω γιατί βάφτισαν έτσι τον λόφο και μου φαινόταν φυσικό πως αφού όλοι το λέγαν και το ξαναλέγαν, δεν μπορεί κάτι θα ήξεραν. Νομίζω φαντάζεστε τι έψαξα αμέσως όταν οι γονείς μου αγόρασαν με δόσεις την πρώτη εγκυκλοπαίδεια.
Δεν περίμενα πως Φιλόπαππος ήταν όνομα και μάλιστα κάποιου κοσμοπολίτη της αρχαιότητας που άκουγε σε άλλα τέσσερα τουλάχιστον. Γάιος Ιούλιος Αντίοχος Επιφανής Φιλόπαππος και τα δύο ονόματα τα κληρονόμησε μαζί με μια μεγάλη περιουσία από τον παππού του, βασιλιά Αντίοχο Δ΄ τον Επιφανή, βασιλιά της ελληνιστικής αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, αλλά… το μυστήριο δε λύθηκε. Γιατί Φιλόπαππος;
Πάντως ο λόφος Μουσών τελικά πήρε το όνομά του, επειδή στην κορυφή στήθηκε ταφικό μνημείο προς τιμή του Φιλοπάππου από τα δυο του αδέρφια που επιβλέπανε το έργο αλλά με έξοδα της πόλης των Αθηνών γύρω στο 114 με 116 μ.Χ.
Οι κακές γλώσσες του καταμαρτυρούν ότι με την τεράστια περιουσία του και τις δωρεές του στην πόλη έγινε ύπατος και με τις διασυνδέσεις του με τη Ρώμη δεν τον πείραζε κανένας. Μάλιστα, κατάφερε το ακατόρθωτο, να παρακάμψει την ιερή παράδοση των αρχαίων Αθηναίων που δεν επέτρεπαν να γίνουν ταφές στα ιερά υψώματα, όπως ήταν ο Λόφος των Μουσών.
Στον ίδιο λόφο, αλλά όχι στην κορυφή, χτίστηκε περίπου εφτά αιώνες μετά το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου, αλλά το προσωνύμιο του Αγίου δόθηκε το 1658, παραμονή της γιορτής του. Ο Αγάς των Αθηνών ονόματι Γιουσούφ ξεκουραζόταν στο σπιτάκι του στον λόφο της Ακρόπολης και πιο συγκεκριμένα στα Προπύλαια. Χάζευε τη θέα και ίσως είχε μαζέψει και φίλους να απολαύσουν μαζί μια ακόμη υπέροχη μέρα με καλό φαγητό και ποτό, όταν το μάτι του έπεσε ακριβώς απέναντι, στον λόφο του Φιλοπάππου και είδε κόσμο μαζεμένο στο εκκλησάκι. Ρώτησε κι έμαθε τι γιόρταζαν, αλλά αμέσως του μπήκαν ιδέες. Διέταξε έναν πυροβολητή να σημαδεύει με μία λουμπάρδα τον κόσμο που είχε μαζευτεί απέναντι. Ακούστηκε ένα μεγάλο μπαμ και όλοι που είχαν μαζευτεί στο πανηγύρι του αγίου στου Φιλοπάππου γύρισαν και κοιτούσαν να καταλάβουν πώς έγινε τόσο μεγάλη καταστροφή στον βράχο της Ακρόπολης. Ένας κεραυνός είχε τινάξει στον αέρα την πυριτιδαποθήκη και το πολυβολείο των Προπυλαίων σκοτώνοντας τον αγά, την οικογένειά του και τους πυροβολητές. Έτσι, η εκκλησία γλίτωσε από τη λουμπάρδα και ο Άγιος ονομάστηκε Λουμπαρδιάρης.

Τον φωταγωγημένο βράχο της Ακρόπολης κοιτούν οι πιστοί που ακολουθούν και σιγοψέλνουν. Κι αν είναι κάποιος σκαρφαλωμένος εκεί ψηλά Μεγάλη Παρασκευή βράδυ, θα δει την περιφορά τριών Επιταφίων, του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη, της Αγίας Σοφίας της Ακροπόλεως και της Αγίας Μαρίνας κάτω από το Αστεροσκοπείο.
Γιώργος Γιώτης, 14/4/2017.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Κάτω στα Κατσικάδικα...


Ήταν ένας βοσκότοπος κάτω από τον Λυκαβηττό κι επειδή κυρίως κατσίκια ήταν αυτά που έκοβαν βόλτες στην περιοχή μασουλώντας χορταράκι και ψάχνοντας για νεράκι, την είπαν Κατσικάδικα. 
Οι τσοπάνηδες μάλιστα είχαν κι ένα συνήθειο: για να μην πέσει επιδημία και αφανίσει τα κοπάδια τους,  έσφαζαν δύο δίδυμα μοσχάρια ή άλλα ζώα (πάντως δίδυμα), αφού πιο πριν τα περιέφεραν εν πομπή στην περιοχή. 
Πήγαιναν μετά και τα έθαβαν τα σφαγμένα δίδυμα κοντά σε μια δεξαμενή (μνημείο από τη ρωμαϊκή εποχή) κι έβαζαν για σημάδι ένα κολωνάκι.
Την εποχή του Μεσοπολέμου όμως έφυγαν τα κατσίκια να βοσκήσουν σε άλλη γη και σε άλλα μέρη και ήρθαν άνθρωποι καθώς πρέπει που είχαν και το κατιτίς τους και ήθελαν να είναι γείτονες με το παλάτι, οπότε άρχισαν να ψάχνουν για καινούριο όνομα. 
Είδαν τη δεξαμενή και πολύ τους άρεσε, τη γέμισαν θαλασσινό νερό κι έβαζαν τα παιδάκια τους να τσαλαβουτάνε κι εκείνοι έκλειναν τα μάτια τους κι απολάμβαναν τον ήλιο λες και ήταν στο Φάληρο.
Έβλεπαν επίσης και τα κολωνάκια και πολύ τους παραξένευαν τι ήταν και για ποιο λόγο είχαν φτιαχτεί και σκέφτηκαν να δώσουν ένα πρωτότυπο όνομα στην περιοχή τους. 
Πώς να εμφανιστούν μπροστά στον Μεγαλειότατο και να του συστηθούν ως Κατσικαδικιώτες; 
Ενώ Κολωνακιώτες…
Γιώργος Γιώτης (13/4/2017)