Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Μυστράς



Ήταν Σάββατο μεσημέρι, βροχερό.
 Οι πέτρες άλλες σφηνωμένες στο λασπωμένο χώμα να δείχνουν το μονοπάτι και άλλες η μια πάνω στην άλλη ό,τι έμεινε όρθιο από την καστροπολιτεία.
 Να βγαίνουν μπροστά μου οι ερωτησεις των μαθητών μου, οι γάτες βγαλμένες από τη "Μεγαλη Πράσινη" της Φακίνου και ο φύλακας να εξηγεί γιατί λείπουν τα μάτια των Αγίων, πώς και ο Χριστός δεν είναι στη μέση του Μυστικού Δείπνου, όπως τον ήθελαν ο Ντα Βίντσι κι οι υπόλοιποι δυτικοί ζωγράφοι και τέλος για ποιο λόγο υπήρχαν τρύπες στις κολόνες της Περίβλεπτου. Ζωντάνευαν μπροστά μου Έλληνες έξω να ντουφεκάνε Έλληνες κρυμμένους μέσα στον ναό και σα να κατέβαιναν από τα τείχη του κάστρου οι νότες που έντυσαν μια παλιά "Συννεφιασμένη Κυριακή" μα έξω ήταν Σάββατο μεσημέρι ακόμα... βροχερό.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Μονόπρακτα του Τσέχωφ

μονοπρακτα τσεχωφ by phsaf on Scribd


Η «γιορτή» μας ξεκινάει


Χειροκροτήματα.
Η «γιορτή» μας ξεκινάει.
Άγχος αν όλα πάνε καλά κι ενθουσιασμός να τον μοιραζόμαστε όλοι στην αίθουσα: παιδιά, γονείς και δάσκαλοι. 
Μοιάζουν όλα τόσο μακρινά, έχουν περάσει άλλωστε πολλά χρόνια από τότε. Βλέπω τα παιδιά να ανεβοκατεβαίνουν στη σκηνή, να διαβάζουν το χρονικό, να λένε τα ποιήματά τους. 
Σκέφτομαι πως οι καιροί αλλάζουν, μετρώ πόσες γιορτές, πόσα λόγια και η κληρονομιά του Πολυτεχνείου πόσο έχει αμφισβητηθεί. Η φωνή του φοιτητή να συμπληρώνει τα κενά ανάμεσα στα ποιήματα και τις σκέψεις μου «Αδέλφια μας στρατιώτες». Το σύμβολο που θα έπρεπε να ενώνει μεταμορφώνεται μπροστά μου σε μνήμη που διχάζει. Μέσα στα αυτιά μου κάποιοι παίζουν με τις λέξεις.
«Τι να την κάνεις την ελευθερία χωρίς ψωμί και πόσο μπορεί να σταθεί μια δημοκρατία χωρίς ουσιαστική παιδεία;»
Κι έπειτα τα παιδιά που τραγουδούσαν:
«Λαχτάρησα μια χώρα,
γυρεύω ένα νησί,
που οι άνθρωποι να λένε,
ό,τι μου λες κι εσύ»
Με τις φωνές των παιδιών γυρνώ πίσω σε εκείνη τη νύχτα.
Εφτά χρονών και παραξενευόμουν που ο πατέρας μου έκλαιγε, με το ραδιόφωνο μετά βίας ν’ ακούγεται και όχι, δεν ακούγονταν οι συνηθισμένες εκπομπές με δημοτικά κι εμβατήρια ή μεταδόσεις ποδοσφαίρου, αλλά φωνές και σφαίρες να έρχονται απ’ το πουθενά και να σημαδεύουν τους πάντες.
Έκλαιγα κι εγώ χωρίς να μπορώ να βρω γιατί και μ’ έβαλαν με το ζόρι για ύπνο.
Εκείνη τη νύχτα.
Φοβόμουν ότι το κακό θα έρθει και θα τρυπώσει μες στο σπίτι μου.
Χειροκροτήματα.
Μοιάζουν όλα τόσο μακρινά, έχουν περάσει άλλωστε πολλά χρόνια από τότε.
Γ.Γ. (17/11/2016)

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Το τρένο που έφευγε στις 8...


"Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει
να μη θυμάσαι στις οχτώ"
έγραφε το ’61 ο Μάνος Ελευθερίου
ο Μίκης φανταζόταν ήχους...
κι ο πατέρας μου κάθε φορά
το άκουγε,
θυμόταν
και μου έλεγε
πως υπήρχε στ’ αλήθεια τρένο
που έφευγε στις 8
για Κατερίνη.
«Στο έχω ξαναπεί;» ρωτούσε για να πάρει θάρρος
και να συνεχίσει με ιστορίες που είχαν μέσα στρατιώτες, τρένα, νύχτα, λοχαγούς ξηγημένους, χειμώνες και λοχίες στραβόξυλα της δεκαετίας του 50.

«Δε το θυμάμαι, για πες»

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Το μπλόκο του Βύρωνα


Κατέβαινα τη Χρυσοστόμου Σμύρνης.
Σε λίγα λεπτά θα γινόταν η παρέλαση.
Ένας ηλικιωμένος κύριος έδειχνε για ώρα τα ονόματα,
τον άκουγα να εξηγεί με ενθουσιασμό την ιστορία:
«εδώ ακριβώς είχαν στήσει το πολυβόλο 
κι ένας ήθελε να ξεφύγει,
σκαρφάλωσε αυτό ακριβώς το κάγκελο
κι εδώ πέρασε η σφαίρα,
νάτη!!!
25 χρονών ήταν κι ήθελε να ζήσει.
Την προηγούμενη μέρα είχε παντρευτεί»
Μετρούσα τις μέρες που χώριζαν τον θάνατό τους
μέχρι τη μέρα της απελευθέρωσης.
2 μήνες και κάτι.
Καθόμουν ακίνητος στη μέση της Χρυσοστόμου Σμύρνης.
Σε λίγα λεπτά θα γινόταν η παρέλαση.
Γ.Γ. (28/10/2016)
Παραθέτω και την αναφορά του αστυνομικού τμήματος Βύρωνα αυτούσια:
Αναφορά του ΙΘ” Αστυνομικού Τμήματος Βύρωνα: «Την 7/8/1944 και ώραν 17.40 γερμανικά αυτοκίνητα (2) πλήρη στρατιωτών διερχόμενα εκ της αγοράς Βύρωνος εδέχθησαν ριπή πολυβόλου παρ” Εαμίτου και ετραυματίσθησαν εις Γερμανός αξιωματικός και εις στρατιώτης, μετ΄ολίγον κατέφθασε ισχυρά γερμανική δύναμις ήτις διέταξε τη συγκέντρωση απάντων των ανδρών του συνοικισμού εις την πλατείαν Σμύρνης όπου συνεκεντρώθησαν 1.000 άνδρες. Παρέλαβε 10 αδιακρίτως εκ των συγκεντρωθέντων και τους εξετέλεσαν επιτόπου, άλλους δε 600 άνδρας τους μετέφερον εις Χαϊδάρι και εκείθεν τους μετέφερον εις Γερμανίαν».

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Στην κόρη μου...


Για να βρεις τον εαυτό σου υπάρχουν, λένε, τεχνικές.
Να στέκεσαι και να ρωτάς
«ποιος είμαι, πού είμαι, τι θέλω».
Για να μη χάνεις τον εαυτό σου υπάρχουν, λένε, τεχνικές.
Ξαπλώνεις κι αφήνεσαι να σε διεκδικούν
έδαφος και ουρανός
κι έτσι μετέωρος να μένεις χωρίς σκέψεις.
Τα χρόνια περνούν και σε κυνηγούν συναισθήματα.
Εγώ τους ξεφεύγω γιατί δεν ακολουθώ τις τεχνικές που μου λένε.
Δε διώχνω όλες τις σκέψεις.
Κρατάω μέσα μου εικόνες.
Εσένα πολύ μικρή να ακούς το αγαπημένο σου τραγούδι και να γελάς.
Να ζητάς με αγωνία.
Να κλαις από αγάπη.
Εσύ διώχνεις όλες τις σκέψεις σου;

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Το μόνο σίγουρο...


Έτσι όπως το απόγευμα εξαφανιζόταν, 
αφήνοντας πίσω το σκοτάδι, 
 η Αλίκη έριξε μια βουτιά στον καθρέφτη, 
 ο Μικρός Πρίγκιπας έχασε την ισορροπία του και κατρακυλούσε στον μικρό του πλανήτη 
 και ο Εγωιστής Γίγαντας έκλαιγε μόνος. 

Εκείνος πάλευε με το παρελθόν που είχε γίνει φάντασμα. 
 Από αυτά τα αστεία, ευτυχώς, 
 που με ένα τρύπιο σεντόνι κι ένα «μπουουου» 
κόβουν βόλτες στις παλιές κωμωδίες. 
Γέλασε. 

 Όμως σκέφτηκε πως 
άλλη μια μέρα έφυγε 
 που δε θα μπορούσε να θεωρήσει τον εαυτό του νικητή. 
Κοιτούσε έξω 
και το μόνο που θα μπορούσε να έχει σίγουρο και δικό του ήταν 
πως για μία ακόμη φορά είχε νυχτώσει…

Γιώργος Γιώτης (24/9/2016)

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Κάτι καλό έφυγε...


Κατέβηκες για πρωινό, η θάλασσα λάδι. Δοκίμασες από τον μπουφέ λίγο από όλα με τη σκέψη πως κάποια στιγμή απαραίτητα πριν το μεσημέρι θα έπρεπε να έχεις χωνέψει, να ρίξεις μερικές βουτιές στη θάλασσα, να ξαναφάς, να κοιμηθείς κι όλο αυτό το ντόμινο σωριαζόταν εύκολα με μια μπουκιά ομελέτα παραπάνω. 
Τα χελιδονάκια είχαν τη φωλιά τους πάνω ακριβώς από το κεφάλι σου, τα μικρά τσίριζαν ότι πεινάνε όσο έβλεπαν μαζι τη μητέρα τους, κελαηδούσαν ότι τους λείπει όποτε εκείνη έβγαινε για ψώνια. Λέμε τώρα.
Και μετά βουτιές, βουτιές, βουτιές, βόλτες, βόλτες, βόλτες, ξενοιασιά. Κοίταξες καλύτερα έτσι όπως ξεθόλωναν όλα και σου φάνηκε πως άκουσες τη μουσική στις ελληνικές ταινίες όταν το όνειρο τελειώνει, όταν όλα είναι χειρότερα και σου μένει ένα ανόητο χαμόγελο και μια αδιόρατη αίσθηση πως κάτι καλό έφυγε και... κάτι σου λείπει...
Κι ύστερα έπιασε να βρέχει...

Γ.Γ. (11/9/2016)

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Strangers on a train (1951)

 
 Η δεκαετία του 50 ξεκινά και ο Χίτσκοκ επιλέγει για μια ακόμη φορά ως κουβάρι για να ξετυλίξει την υπόθεση μια δολοφονία, η οποία μάλιστα δεν έχει καμιά λογική. Παράλογος ως ρόλος είναι και ο Μπρούνο Άντονι, ο οποίος ως άγνωστος στο εξπρές προτείνει στον διάσημο τενίστα Γκάι Χέινς την ανταλλαγή φόνων. 
 Χιαστί. 
 Criss Cross. 

 Η θεωρία του Μπρούνο πως πρέπει να τα κάνεις όλα πριν πεθάνεις: 
 · να οδηγήσεις αυτοκίνητο με 150 χλμ. την ώρα και με δεμένα μάτια (το θυμήθηκε και το έκανε χρόνια αργότερα ο Αλ Πατσίνο ως τυφλός στο Άρωμα Γυναίκας) 
 · να πετάξεις με αεριωθούμενο και να σου φύγουν τα άχυρα από το κεφάλι 
 · και να κρατήσεις θέση στον πρώτο πύραυλο για το φεγγάρι (κάτι που πάει να εξελιχθεί σε ξεπερασμένο πια). 
 Μοναδικός ο Ρόμπερτ Γουόκερ στην ερμηνεία του κακού Μπρούνο. Μάλιστα το 1951, τη χρονιά που η ταινία βγήκε στις αίθουσες, ο Γουόκερ σταμάτησε να αναπνέει στα 32 του ύστερα από συνδυασμένη χρήση χαπιών και αλκοόλ. 

 Θύμα της ανταλλαγής φόνων η Μίριαμ η σύζυγος του τενίστα. Για την ερμηνεία του ρόλου η Κέισι Ρότζερς (στην ταινία είχε το ψευδώνυμο Λώρα Έλιοτ) έπρεπε να φοράει γυαλιά. Όμως, όπως δήλωσε η ίδια, την εποχή που γυρίστηκε η ταινία δε χρειαζόταν γυαλιά. Ο Χίτσκοκ την ανάγκασε να φορέσει γυαλιά και μάλιστα με χοντρούς φακούς, ακόμη και σε μακρινά πλάνα από όπου θα ήταν αδύνατο να καταλάβει κανείς ότι φορούσε κανονικά γυαλιά. Αποτέλεσμα; Για κάθε κίνησή της στις σκηνές που έπαιξε χρειαζόταν τη βοήθεια των συμπρωταγωνιστών της. Βέβαια τα γυαλιά για την ταινία αποτελούν μια κρίσιμη λεπτομέρεια και ο Χίτσκοκ είχε εμμονή με τις λεπτομέρειες. 
 Και οι λεπτομέρειες στην ταινία πολλές. 
 · Η φράση του γερουσιαστή πως οι κατηγορίες εναντίον σου παραμένουν ακίνδυνες όσο μένουν αναπόδεικτες. 
 · Η παρτίδα τένις που καθυστερεί την πλοκή κι αυξάνει την αγωνία, αφού ο κακός Μπρούνο κερδίζει χρόνο και φτάνει πρώτος στο λούνα παρκ του Μέτκαφ. Γκέιμ, σετ και ματς στον Χέινς και ο αγώνας τένις μετατρέπεται σε αγώνα καταδίωξης, οι αστυνομικοί κυνηγούν τον Χέινς και ο Χέινς πρέπει να προλάβει τον Μπρούνο, πριν αλλάξει τον τόπο του εγκλήματος. 
 · Και ο φακός να παίζει με την τελευταία λεπτομέρεια, τον αναπτήρα. Στο τρένο κάποιος τον ζητάει, για να ανάψει τσιγάρο, στον δρόμο γλιστρά από τα χέρια του Μπρούνο ώσπου τελικά λύνει το μυστήριο ως ο απόλυτος πρωταγωνιστής στο χέρι του δολοφόνου. 

Το χιούμορ; 
 · Ο μεγάλος Άλφρεντ σε μία ακόμη cameo εμφάνισή του επιβιβάζεται στο τρένο κουβαλώντας μάλιστα κι ένα βιολοντσέλο, που φαίνεται μάλιστα πως τον ταλαιπωρεί ιδιαίτερα. 
 · Και το φινάλε, κατά το αφηγηματικό σχήμα του κύκλου, πάλι σε ένα βαγόνι τρένου και πάλι κάποιος άγνωστος πλησιάζει τον Γκάι Χέινς και τον ρωτάει αν είναι ο διάσημος τενίστας. Πάντως για να τα λέμε όλα: ο Γκάι Χέινς στο βιβλίο της Πατρίσια Χάισμιθ ήταν αρχιτέκτονας και όχι τενίστας. Χιαστί, που θα έλεγε και ο Μπρούνο. Criss Cross.