Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Καλύτερα...



"Καλύτερα να πεθάνω από πάθος παρά από βαρεμάρα".

Vincent van Gogh

Φάρσες (Από τις διηγήσεις του πατέρα μου)


Ο μπαρμπα-Χαράλαμπος ο Ματσούκης, ο αδερφός της μάνας μου, ήταν ο μέγας πλακατζής κι όλοι στο χωριό τον υπολόγιζαν στις φάρσες τους. Είχε χτυπηθεί σε μια ενέδρα και είχε χάσει το αριστερό μάτι. Ως ανάπηρος πολέμου που ήταν, του είχαν δώσει περίπτερο, στο καφενείο απέναντι.
Φτάνει μια φορά ένας έμπορος και ρωτάει:
«Έχει εδώ πουθενά να ξυριστώ;»
Τον κοιτάζουν οι χωριανοί περίεργα.
«Ολόκληρο κεφαλοχώρι και δεν έχετε μπαρμπέρη;» τους ρωτάει με ύφος ανθρώπου που πρέπει σώνει και καλά να συνεννοηθεί με εξωγήινους.
«Στον περιπτερά να πας. Αυτός μας ξυρίζει όλους», πετάγεται ένας έξυπνος, δήθεν για να τον σώσει.
Μόλις ακούει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος τι του ζητάει ο ξένος, αμέσως μπαίνει στο νόημα. Τον γεμίζει σαπουνάδες και μετά προφασίζεται πως το φως δεν τον βοηθάει καθόλου.
«Πάμε στο καφενείο, για να γίνει σωστά η δουλειά», του λέει και μπαίνουν στο καφενείο απέναντι που είναι μαζεμένοι όλοι, έτοιμοι να σκάσουν στα γέλια. Μπροστά ο έμπορος μες στις σαπουνάδες και τις πετσέτες κι από πίσω ο μπάρμπας μου με ένα ξυράφι μεγάλο σαν μικρό σπαθί που δεν έλεγε να βγει όμως από τη θήκη του τόσο σκουριασμένο που ήταν. Κλείνει το μοναδικό του μάτι κι αμέσως πονηρεύονται οι άλλοι, μπαίνουν στο κόλπο και μαζεύονται γύρω τους.
Με την πρώτη που του χάραξε το δέρμα, ίσα – ίσα που τράβηξε τις σαπουνάδες. Καταλαβαίνει ο έμπορος πως το ξυράφι δεν κόβει ούτε βούτυρο, πιάνει και τα χάχανα των άλλων πίσω και μαζεύεται.
«Άσε, δεν πειράζει», λέει στον μπάρμπα μου και φεύγει.
Παίρνει την κατηφόρα τρέχοντας. Έξω από την εκκλησία χώνεται κάτω από τη βρύση. Αυτή στην αρχή δεν κατεβάζει νερό, μέχρι να μαζέψει πίεση, αλλά μετά το πετάει με ορμή και τον κάνει χάλια.
Τον είδαν να τα μαζεύει και να εξαφανίζεται. Κάποιος τον άκουσε να μονολογεί βρισιές για το χωριό και τους ανθρώπους του.
«Ακόμη και οι βρύσες σε αυτό το χωριό σε δουλεύουν».


Μια άλλη φορά αφορμή για τη φάρσα ήταν η κακοκεφιά του χωροφύλακα. Γινόταν πανηγύρι στο Αμπελοχώρι και χρειάζονταν αστυνομική προστασία. Έστειλαν λοιπόν στο χωριό μας, την Παναγία, κάποιον με δυο μουλάρια να συνοδέψει τον χωροφύλακα μέχρι εκεί.
«Χαράλαμπε, εσύ τα καταφέρνεις, σκέψου κάτι να γλιτώσω την αγγαρεία. Πού να τρέχω τώρα», λέει ο χωροφύλακας στον θείο μου κι αυτός πήγε και παραφύλαξε εκεί που περίμενε ο συνοδός. Μόλις τον είδε να απομακρύνεται από το μέρος που είχε δέσει τα ζώα, γρήγορα – γρήγορα τα λύνει και τα δένει πιο κάτω, πίσω από τη μεγάλη βρύση. Πηγαίνει μετά και περιμένει.
Τα έχασε ο συνοδός, δεν είδε τα μουλάρια του και κόντεψε να τρελαθεί.
«Τι τρέχει, πατριώτη; Έπαθες τίποτα», του κάνει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος.
«Τίποτα... τίποτα... να εδώ... είχα δέσει δυο μουλάρια και τώρα χάθηκαν... μήπως τα είδες;»
«Γι' αυτό κάθεσαι και μου σκας, πατριώτη; Να, πάρε αυτή την ανηφόρα που βλέπεις μπροστά σου. Μόνο τρέξε μην πάρουν άλλο δρόμο».
Ξεφύσηξε ο συνοδός ανακουφισμένος που κάποιος είχε δει κατά πού πήγαν τα μουλάρια του και βάλθηκε να τρέχει να τα προλάβει.
«Στάσου», του ξαναλέει ο μπάρμπας μου. Τον έκανε ό,τι ήθελε πια. Τον έφερε πίσω και αργά και βασανιστικά άρχισε να του ξεφουρνίζει άλλο παραμύθι.
«Μάλλον λάθεψα, πατριώτη. Συγχώρα με, αλλά με ζάλισε ο ήλιος. Είδα δυο μουλάρια αλλά ώρα πριν. Πότε τ' άφησες εσύ;»
«Ούτε δέκα λέπτα».
«Περίμενε τότε. Είδα εγώ δυο μουλάρια, αλλά για κάτσε να θυμηθώ... ήταν πριν καμιά ώρα... ναι... ναι... και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, τα μουλάρια που είδα ήταν από τα δικά μας. Τα έχω ξαναδεί στο χωριό. Εσύ όμως δε δείχνεις να είσαι από δω».
«Από το Αμπελοχώρι ήρθα, για να πάρω μαζί μου τον χωροφύλακα», του απάντησε άκεφα.
Πώς κατάφερνε και ζύγιζε στο ένα χείλι το αστείο και στ' άλλο το σοβαρό χωρίς να σκάει ούτε χαμόγελο;
«Το βρήκα! Τα μουλάρια τραβάνε για τ' Αμπελοχώρι, αφού αυτόν τον δρόμο ξέρουν».
Στον δρόμο συνάντησε ίσαμε πενήντα άτομα που δούλευαν στα χωράφια κι όλους τους ρώτησε αν είδαν τα μουλάρια του.
«Όχι, άνθρωπέ μου, ούτε που είδαμε ούτε που ακούσαμε τα μουλάρια σου».
Είχε σχεδόν φτάσει περπατώντας λίγο έξω από το Αμπελοχώρι, όταν τον πλησιάζει ένας πιτσιρίκος.
«Θα σε πάω εγώ», του λέει λαχανιασμένος, αφού είδε κι έπαθε να τρέχει ξοπίσω του να τον προφτάσει δασκαλεμένος από τον μπαρμπα-Χαράλαμπο.
Παίρνει ο κακόμοιρος ο Αμπελοχωρίτης πάλι τον δρόμο για πίσω, ξαναγυρνάει στην Παναγία, βρίσκει τα ζώα του εκεί που τα είχε κρύψει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και επιτέλους πηγαίνει στον χωροφύλακα.
«Είσαι έτοιμος να φύγουμε;»
«Τώρα; Άργησες. Πήγαινε μόνος σου. Δεν το προφταίνουμε το πανηγύρι». 


(Συνεχίζεται...)
Γιώργος Γιώτης, Από τις διηγήσεις του πατέρα μου, 11/8/2018

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Σχολική βιβλιοθήκη


Χάρη στην καλλιτεχνική παρέμβαση της κυρίας Ελένης Φέζου και την αμέριστη συμπαράσταση του Συλλόγου Γονέων του σχολείου μας, η αίθουσα που θα φιλοξενήσει τη σχολική βιβλιοθήκη γίνεται ένας χώρος όμορφος όπου τα παιδιά θα καταλάβουν ότι το διάβασμα συνδέεται με την περιέργεια και την ευχαρίστηση. Η ανάγνωση γίνεται ανάγκη και το σχολείο μας πιο όμορφο.















Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Μπροστά στο ψέμα...



Κοιτούσα τη μαρμάρινη πινακίδα ακριβώς δίπλα στη βιτρίνα του εμπορικού καταστήματος που πουλούσε ηλεκτρικά είδη δύο κτίρια μετά την είσοδο της παλιάς πόλης.  Διαφωνούσα και δεν είχα προλάβει να χρωματίσω με ειρωνεία το χαμόγελό μου. Φανταζόμουν να αναλύω στους μαθητές μου το ψέμα. Ναι, το φαρμακείο ήταν του Βονιφάτιου Βοναφίν. Ναι, σε αυτήν ακριβώς τη θέση βρισκόταν το πρώτο φαρμακείο της χώρας και μάλιστα με το πολύ φιλόδοξο και καθόλου μετριοπαθές όνομα «Ο Σωτήρ», αλλά όχι, δεν ταριχεύτηκε ο πρώτος κυβερνήτης εδώ. Μετά τη δολοφονία του μεταφέρθηκε… μεταφέρθηκε…
Έψαξα απέναντι. Στο σημείο που βρισκόταν τώρα το άγαλμα του Όθωνα παλαιότερα υπήρχε το Κυβερνείο, όπου εκεί στην πραγματικότητα έγινε…
-          Μπορείτε να με βοηθήσετε;
Η ερώτηση με έβγαλε από τις σκέψεις. Πρέπει να είχα το ύφος του ανόητου που σηκώνει τις πέτρες και περιμένει να ανακαλύψει φαντάσματα. Τα μάτια μου έπεσαν στο κομμένο του πόδι.
-          Τι θέλετε;
-          Να με βοηθήσετε να κάτσω στο καρότσι.
-          Φυσικά.
Πρέπει και η φωνή μου να μην πρόδωσε το ανόητο ύφος που λέγαμε.
-          Το ήξερα. Μόλις είδα το πρόσωπό σου, κατάλαβα ότι είσαι καλός άνθρωπος. Εμένα με λένε Δημήτρη.
Με βιαστικές κινήσεις σκαρφάλωσε στο αναπηρικό καρότσι, τεντώθηκε να μαζέψει τα πράγματα που είχε απλώσει στο παγκάκι, τρία μπουκάλια νερό, αφόρητη η ζέστη σίγουρα και ένα ύφασμα, ίσως ρούχο ίσως τσάντα, δεν μπορούσα να καταλάβω. Ξαναείπε πολλές φορές ευχαριστώ. Με ρώτησε το όνομά μου. «Δεν υπάρχουν σήμερα καλοί άνθρωποι», είπε δυο φορές πως πριν από εμένα ζήτησε βοήθεια σε άλλους δέκα περαστικούς. Κανείς δε σταμάτησε. Μια υποψία πέρασε από το μυαλό μου. Κι αν είναι όλο αυτό κόλπο; Αν με οδηγήσει σε κανένα στενό όπου θα μου την έχουν στημένη;
-          Πέρασέ με απέναντι. Σε ευχαριστώ. Δεν τους αδικώ, Γιώργο. Κανένα δεν αδικώ. Φοβάται ο κόσμος. Φοβάται ακόμη και να δείξει τον καλό του εαυτό.
-          Διαβάζει τις σκέψεις μου. Εκτός κι αν… εκτός κι αν… εγώ σκέφτομαι δυνατά… προσπάθησα να σιγουρέψω αυτή τη φορά πως μιλάω στον εαυτό μου και μόνο στον εαυτό μου.
-          Θα φτάσουμε σε αυτό το περίπτερο. Το βλέπεις; Λοιπόν, θα αναρωτιέσαι πώς έχασα το πόδι μου.
-          Όχι… εγώ…
-          Όλοι αυτό απορούν με το που με βλέπουν… φίλε Γιώργο, έπαθα ζάχαρο… ξέρεις τι παλιοαρρώστια είναι αυτή; Παλεύεις με τις αδυναμίες σου… κάθε ώρα και κάθε στιγμή… πρέπει αυτό που σου αρέσει να το αποφεύγεις… φαντάζεσαι τον εαυτό σου να διώχνεις συνεχώς αυτό που σου αρέσει; Τώρα όμως προσέχω. Αν δεν προσέξω, θα χάσω και το άλλο πόδι. Μου το είπε ο γιατρός, φίλε Γιώργο, σε αυτόν πάω τώρα. Μου το είπε ξεκάθαρα. Με την παραμικρή ενόχληση να πάω να με εξετάσει. Στο νοσοκομείο πάω. Αν δεν μπορείς, άφησέ με εδώ. Θα πάω μόνος. Και μέχρι εδώ που με έφερες, σε ευχαριστώ πολύ, φίλε Γιώργο. Είσαι αναπλιωτάκι;
-          Θα σε πάω μέχρι το νοσοκομείο, μη σε νοιάζει. Όχι, δεν είμαι από το Ναύπλιο, αλλά μου αρέσει πολύ η πόλη.
-          Σε ευχαριστώ πολύ, φοβάμαι και με το παραμικρό τρέχω στον γιατρό. Να φανταστείς δεν πατάω το καλό πόδι στη γη. Να μην το κουράσω και έχω πρόβλημα μετά και σ’ αυτό. Σταμάτα εδώ, σε παρακαλώ. Θα σε κεράσω κάτι στο περίπτερο. Θα μου την κάνεις τη χάρη.
-          Όχι, σε ευχαριστώ πολύ, δε θέλω τίποτα.
-          Μαρία, έναν πύραυλο και ρέστα από δίευρο.
Η νεαρή γυναίκα έδειξε πως δεν ξαφνιάζεται, σαν να συνέβαινε το ίδιο ακριβώς περιστατικό κάθε μέρα χρόνια τώρα, άνοιξε το ψυγείο και πρόφερε διστακτικά μια δικαιολογία πως δεν έχει τον πύραυλο που είναι ο αγαπημένος του.
-          Αύριο θα έχεις όμως, είπε με την αισιοδοξία του να χτυπάει κόκκινο και τη λαιμαργία να κάνει το βλέμμα του γυάλινο.
-          Είπες πως προσέχεις, αλλά… σκέφτηκα με τον φόβο μη διαβάσει ξανά τις σκέψεις μου.
-          Δεν προσέχω, Γιώργο, το ξέρω, αλλά φοβάμαι πως ο γιατρός θα με κρατήσει μέσα και θα με αποκλείσει από όλα αυτά τα ωραία… Ακολούθησε αυτό το πράσινο αυτοκίνητο και στάσου στη μέση του δρόμου, αλλιώς κανείς δεν πρόκειται να σταματήσει…
-          Όλα τα ξέρεις; Σιγά μη και δε σταματήσουν. Κάποιος θα σταματήσει. Δεν μπορεί. Βλέπουν ένα αναπηρικό καρότσι να πρέπει να διασχίσει τον δρόμο. Όλοι θα σταματήσουν.
Σιγουρεύτηκα πως μιλάω στον εαυτό μου και μόνο στο εαυτό μου. Ο Δημήτρης δε μιλούσε. Κάποια στιγμή μόνο, όπως ξεφυσούσα από απογοήτευση και προσπαθούσα να αποφύγω τα μηχανάκια που με προσπερνούσαν και τα αυτοκίνητα που μας έκλειναν τον δρόμο, μου έριχνε ένα βλέμμα που διάβαζες ξεκάθαρα τι ήθελε να πει. «Κάθε μέρα τα ίδια, φίλε Γιώργο. Δεν αλλάζει ο κόσμος!».
Περάσαμε ανάμεσα στα τραπέζια ενός καφενείου με τους θαμώνες να μη δίνουν καμία σημασία στον Δημήτρη που τους χαιρετούσε και σε μένα, σαν να συνέβαινε κάθε μέρα το ίδιο καθόλου ασυνήθιστο περιστατικό, ένας άγνωστος να σπρώχνει το καρότσι του Δημήτρη. Ήθελα να τον ρωτήσω αν έχει συγγενείς και φίλους. Μου φάνηκε πως κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Τρόμαξα.
 Το πεζοδρόμιο στην είσοδο του νοσοκομείου είχε ειδικά διαμορφωμένο χώρο από όπου μπορούσε πιο εύκολα να περάσει το καρότσι, αλλά… ο μισός σχεδόν χώρος είχε καλυφθεί από ένα παρκαρισμένο φορτηγάκι, που ο οδηγός προφανώς απολάμβανε το καφεδάκι του συν μια παρτίδα δηλωτή ή τάβλι και φυσικά ούτε που μπήκε στον κόπο να σηκωθεί να μας βοηθήσει. Ένας νοσοκόμος μάς άνοιξε την κεντρική είσοδο και μετά συνέχισε το τσιγάρο του. Ο Δημήτρης ήξερε τους διαδρόμους απέξω κι ανακατωτά. Με οδήγησε στα εξωτερικά ιατρεία και τον βοήθησα να καθίσει σε μια καρέκλα κοντά στη γραμματεία.
-          Σε ευχαριστώ πολύ, Γιώργο.
-          Να είσαι καλά και να προσέχεις, φίλε.
Δε βρήκα να πω τίποτα άλλο και τον χαιρέτισα. Από τα μάτια του είχε φύγει η γυαλάδα. Είχαν μείνει θολά. Δε με κοιτούσαν. Ξαναπέρασα μπροστά από την πινακίδα του «πρώτου φαρμακείου της χώρας» και προσπέρασα αδιάφορα το ψέμα της.

Γιώργος Γιώτης, 10/7/2018



Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Πουριά, Σκύρος


Φωτογράφιζα τον ήλιο που έφευγε αργά. Ίσως το κάνει επίτηδες, χαμογέλασα. Για να τον προλάβω πριν κρυφτεί πίσω από το ακρωτήρι. Η Χαρά αναρωτιόταν πού είχαμε ξανά την ίδια αίσθηση, σαν να είμαστε σε καράβι.
Έκλεισα τα μάτια.
Στο μυαλό μου ξετυλίγονταν εικόνες από το βιβλίο του Λίτελ. Ο Μαξιμίλιαν Άουε ταξίδευε σε ένα βαγόνι από το Βερολίνο στο Πότσδαμ. Δίπλα η αδερφή του και στο κεφάλι του η κυλινδρική άδεια διαδρομή μια σφαίρας από τις τελευταίες μέρες της 6ης στρατιάς στο Στάλινγκραντ.
Άνοιξα τα μάτια.
Τα παιδιά κοιτούσαν θαμπωμένα τον Άγιο Νικόλα χτισμένο μες στον όρθιο βράχο. Πίσω τα Πουριά και ψηλά στο βάθος η Χώρα.
Το κύμα έσκαγε στα βράχια κάτω από τα πόδια μας και από το ηχείο μια γλυκιά γυναικεία φωνή μας καλούσε να πάμε «να βρούμε ένα αστέρι σε έναν κόσμο μαγικό».  
Γιώργος Γιώτης (30/6/2018)

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Μεταξοσκώληκες



Το τελευταίο στάδιο ακριβώς στο 90ό λεπτό, λίγο πριν λήξει μία ακόμη σχολική χρονιά.
Η πεταλούδα που βρίσκεται μέσα στο κουκούλι, τελικά τα καταφέρνει και 12 ημέρες μετά την ολοκλήρωση του πλεξίματος, κόβει τις κλωστές της φούσκας και βγαίνει.
Οι θηλυκές αφού γεννήσουν, πεθαίνουν.
Και κάτι παράξενο. (Όχι ότι όλα πριν ήταν φυσιολογικά.)
Οι πεταλούδες γεννούν τον σπόρο, ακριβώς στο ίδιο σημείο όπου πρωτοβγήκαν από το κουκούλι τους.
Φωτογραφία: Οι μεταξοσκώληκες ταξιδεύουν μέσα σε μία κούτα από τάξη σε τάξη χάρη στον κύριο Δημήτρη.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Σήμερα η τάξη γέμισε αρχαίες Μινωίτισσες...

 Ημέρα Τρίτη και κάνω Ιστορία στην τρίτη τάξη.
"Η καθημερινή ζωή των Μινωιτών"
Ο Γιάννης έχει απορία.
- Κύριε, το βιβλίο λέει πως οι γυναίκες στη Μινωική Κρήτη φορούσαν στο κεφάλι κορδέλες. Δεν καταλαβαίνω πώς.
Η Μελίνα του εξηγεί. Η Έλενα λέει πως φοράει κι αυτή κορδέλα. Το ίδιο και η Δήμητρα και η Μαρία και η Κατερίνα.
- Έχω μια ιδέα, τους λέω. Την Πέμπτη που θα ξανάχουμε ιστορία, τα κορίτσια να έρθουν όλα φορώντας κορδέλες.
Χαμογέλασαν.
Και σήμερα η τάξη γέμισε αρχαίες Μινωίτισσες.



Το αύριο



Οι πιο όμορφες στιγμές έρχονται,
όταν εγώ μαθαίνω από τους μαθητές μου.
Τρίτη δημοτικού και μιλάμε για την παράδοση.
Τα παιδιά έψαξαν και βρήκαν αινίγματα.
Η Αντριάνα διαβάζει:
"Ποτέ δεν υπήρξα,
αλλά θα υπάρχω για πάντα.
Κανείς ποτέ δε με είδε
και κανείς δε θα με δει.
Και παρόλα αυτά, είμαι η ελπίδα όλων
ότι θα ζουν και θα αναπνέουν
σ' αυτή τη γη.
Τι είμαι;"
Δεν το βρίσκει κανείς.
Ζητάμε όλοι βοήθεια. Γράμματα. Έναν ακόμη ορισμό;
Η Αντριάνα καμαρώνει.
- Το αύριο, κύριε.
Η τάξη γεμίζει ποίηση και χαμόγελα.

Εικόνα: "Μερικά δευτερόλεπτα πριν την ευτυχία"

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Δευτέρα 4 Ιουνίου 19.00 στο Δημαρχείο του Βύρωνα


Μετά από αίτημα των Συλλόγων Γονέων των 6ου και 7ου Δημοτικών Σχολείων Βύρωνα, το ζήτημα των κεραιών στην περιοχή θα συζητηθεί ως πρώτο θέμα στο Δημοτικό Συμβούλιο που θα γίνει τη Δευτέρα 4 Ιουνίου στις 19.00 στο Δημαρχείο Βύρωνα. Η συμμετοχή όλων μας σε αυτή τη συνεδρίαση κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να εκφραστεί με τον πιο εύγλωττο τρόπο η αγωνία μας για τις επιπτώσεις της παρουσίας τριάντα επτά (37!!!) κεραιών κινητής τηλεφωνίας στον πυκνοκατοικημένο Βύρωνα. Η τελευταία κεραία τοποθετήθηκε μόλις πενήντα μέτρα μακριά από το σχολείο μας και ακριβώς απέναντι από το δημαρχείο.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Καλό ταξίδι, Κώστα!!!

Καλό ταξίδι, Κώστα!!!
"Υπάρχουμε κι εμείς οι ανόητοι, που ζούμε σαν να μην πεθάνουμε ποτέ... και υπάρχουμε μη θέλοντας να ζήσουμε ξανά... Ασφυκτιούμε από οξυγόνο αγάπης που αρνούμαστε να αναπνεύσουμε. Κρατάμε την ψυχή μας και τις σκέψεις μας για τον εαυτό μας. Ανοίγουμε την καρδιά μας στην αυτολύπηση , δεν προσφέρουμε την ύπαρξή μας σε κανέναν. "Άθραυστοι.." , φυλακισμένοι σε μια ύπαρξη χίλια κομμάτια. Η ζωή μετριέται σε καντάρια δοσίματος της ψυχής σου.. Χάσε για να ζήσεις.., μην το φοβηθείς!"
Κώστας Διακουμέας, 18/4/2018
 Φωτογραφία του Byron Dimot.
 Την Πέμπτη 24/5/2018 στις 13.30 στο Κοιμητήριο του Βύρωνα, θα αποχαιρετήσουμε έναν αυθεντικό Άνθρωπο, έναν καρδιακό φίλο, έναν ποιητή….
Είναι αδιανόητη αυτή η μάζωξη που μας κανόνισε ο Κώστας αυτή την εβδομάδα…. απλά αδιανόητη …
Και ώσπου να συναντηθούμε για να συνοδέψουμε αυτό που δεν πήρε μαζί του εκεί, στον άυλο κόσμο, στον κόσμο της αφθαρσίας και της αιωνιότητας, για το δικό μας ποιητή μόνο ένας ποιητής θα μπορούσε να μας παρηγορήσει:

Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε,…,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του… (Τ.Λ.)