Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

Από δειλία


Μπήκε μες στο δωμάτιο, ψάχνοντας στο σκοτάδι τις ντουλάπες. Όταν άνοιξε το φως, με κοίταξε. Έκανα να της χαμογελάσω, μα δεν πρόλαβα. Έβαλε τις φωνές, έκλαιγε, είχε μαζέψει το πρόσωπό της, τα μάτια της χαμήλωναν προς τα μάγουλα. Σα να με φοβόταν.
Πήγα να της πω πως «είμαι εντάξει», νομίζοντας πως με πέρασε γι’ άρρωστο. Δεν πρόλαβα. Έβαλε πάλι τις φωνές. Αυτή τη φορά τ’ άκουσα καθαρά. Είχε γίνει λάθος, δε μπορούσε να ’ταν αλλιώς.
Τους έβλεπα για δυο-τρία λεπτά ακόμα που πηγαινοέρχονταν θλιμμένα πάνω απ’ το κεφάλι μου. Κάπου-κάπου κάποιος φώναζε : «μη στέκεστε πάνω του». Έστρεφα τα μάτια στο δωμάτιο ψάχνοντας εκείνη. Μάταια. Κάποιος έφερε τα χέρια του πάνω στα μάτια μου. Μέχρι να τον αναγνωρίσω με είχε τυφλώσει. Παραπονέθηκα. Κάτι άσχημο συνέβαινε.
Δε μ’ άκουσε κανείς. Μου σταύρωσαν και τα χέρια.
Τώρα πια μόνο άκουγα. Όχι, δεν ένιωθα, μπορεί να με ποδοπατούσαν ή ακόμα και να με κομμάτιαζαν. Μ’ αποκαλούσαν ηλίθιο επειδή πέθανα.
«Ποιος πέθανε;» ρώτησα χωρίς να περιμένω απάντηση. Παρηγορούσε ο ένας τον άλλον κι έμεναν όλοι απαρηγόρητοι.
Ήμουν αποκαμωμένος κι όμως δεν ένιωθα το σώμα μου. Πριν βουλιάξω σ’ έναν ύπνο απαλό σα σύννεφο, άρχισαν να με φιλάνε, άλλος στο μέτωπο, άλλος στο μάγουλο, σα να με κάρφωναν. Κάποιος με φίλησε στα μάτια, πρέπει να ’ταν εκείνος που μου τα ’κλεισε.
Για λίγο ένιωσα τα μάτια μου ν’ ανοίγουν. Νόμιζα πως έβρεχε δίπλα στ’ ανοιχτό παράθυρο. Φαντάστηκα πως ήταν η μόνη μου ευκαιρία. Μάζεψα τις δυνάμεις μου, μα πάλι δε μ’ άκουσε κανείς. Άλλωστε ... δεν υπήρχε κανείς δίπλα μου.
Το πρώτο τσιγάρο τσίριζε πετάγοντας μικρές σπίθες, ίσως επειδή δεν είχε ακόμα ξημερώσει. Τυλίχτηκα μες στις κουβέρτες κι έβλεπα τα μάτια που θέλαν να ξανακλείσουν, τις πιτσιλιές που άφηνε η βροχή στο τζάμι. Το παράθυρο δεν ήταν ανοιχτό.
Όταν ήρθε το φως, βγήκα στους δρόμους. Κανείς δε με κοίταξε, κανείς δεν τρόμαξε το βλέμμα μου. Κι εγώ - στ’ αλήθεια αυτή τη φορά – άρρωστος έπεσα μπρος σ’ ένα σπίτι με κήπο. Όλα αυτά που μ’ ανησυχούσαν δεν είχαν αφήσει τίποτε από κείνο το κουρέλι που έκρυβα μέσα μου κι άρχισαν τώρα να καταστρέφουν και το σώμα μου.
Όταν συνήλθα, δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω.
Τα πρόσωπα των ανθρώπων κολλημένα προφίλ στα τζάμια των λεωφορείων που έφευγαν κι η αγάπη που μίκραινε από δειλία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: