Αρχή - Προηγούμενο - Επόμενο
Για τη Σοφία ήταν πριν έξι μήνες και καθόλου παράξενο που ακόμη αυτό θυμόταν. Καμιά σιγουριά δεν ένιωθε τότε ψάχνοντας για το γραφείο της Διεύθυνσης. Μόνο στην τύχη έλπιζε. Να πέσει πάνω στον προορισμό της ή σε κάποιον υπάλληλο πρόθυμο να την προσανατολίσει σωστά. Και μ’ αυτή την ελπίδα συνέχιζε τις περιπλανήσεις στους αχανείς διαδρόμους. Κάθε τόσο άνοιγε διστακτικά μια πόρτα , που έδειχνε να οδηγεί σε πιο επίσημο μέρος, για να καταλήξει - δίχως να θέλει - πίσω στους προαύλιους χώρους.
Το κτίριο έμοιαζε εγκαταλειμμένο κι αν δεν είχε βρει την εξώπορτα ορθάνοιχτη, θα είχε πειστεί πως ήταν κλειστό. Εκτός αν δεν την ήθελε. Αν το κτίριο ολόκληρο αντιδρούσε στην εμφάνιση της Σοφίας. Επιτέλους η μοίρα τής χαμογέλασε αν και με γυρισμένη την πλάτη.
Χάιδεψε πάλι στο βάθος της ανοιχτής τσάντας το βιογραφικό που είχε μόλις το προηγούμενο βράδυ ετοιμάσει. Με νευρικές ασυντόνιστες κινήσεις κατέβασε ακόμη πιο κάτω το στρίφωμα της σκουρόχρωμης φούστας. Θέλησε ν’ απαντήσει στο επαγγελματικό χαμόγελο της προϊσταμένης της – αν βέβαια όλα εξελίσσονταν ομαλά- και το μόνο που κατάφερε ήταν να προσαρμόσει τους χτύπους της καρδιάς με τις παλμικές κινήσεις του μολυβιού που έπαιζε εκείνη, η κυρία Κατερίνα
Γεωργιάδη, η διευθύντρια του πιο ονομαστού ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου της πόλης.
Η Σοφία περίμενε την ευκαιρία. Όταν η κυρία Γεωργιάδη σταματούσε να εκθέτει τις επιπλέον απαιτήσεις ενός « τέτοιου σχολείου », θα έπρεπε η Σοφία να είναι πανέτοιμη για το δικό της μονόλογο, να πείσει τη συνομιλήτρια για την αυτοπεποίθησή της, να δηλώσει ξεκάθαρα πάθος για δουλειά, κρύβοντας ταυτόχρονα κάθε λαχτάρα για πρόσληψη. Δεν ήταν κι εύκολο.
Δεν ήταν όμως η Σοφία που διέκοψε. Τώρα που το ξαναθυμάται προσπαθεί να βρει τις πρώτες λεπτομέρειες από εκείνον. Τι πρόσεξε πάνω του; Η ισχυρή διευθύντρια έδειξε να ξαφνιάζεται περισσότερο. Έκανε να σηκωθεί. Ένα σκούρο κοστούμι έπλεε αργά πάνω απ’ τα μάτια της Σοφίας, τα μάτια που δήθεν χάζευαν το χρώμα του δαπέδου. Το σκούρο κοστούμι άραξε για λίγο στον ώμο της διευθύντριας κι έσκυψε συνωμοτικά ως το αυτί της. Η Σοφία αφουγκραζόταν τον τόνο της λεπτής ανδρικής φωνής, που ξεχείλιζε απ’ τα πτερύγια της σαστισμένης κυρίας Λινού .
« Να σας συστήσω έναν συνάδελφο », χαμογέλασε αυτή τη φορά όχι επαγγελματικά και χωρίς ν’ αναφέρει ονόματα.
Η Σοφία δεν αναρωτήθηκε το περιεχόμενο των ψιθύρων. Λέξη δεν μπόρεσε ν’ ακούσει. Ούτε φοβήθηκε την πηγή του θάρρους που τίναζε το νεαρό καθηγητή στη σφαίρα της οικειότητας με τη διευθύντρια του διδακτηρίου , κυρία καθηγήτρια Κατερίνα Γεωργιάδη. Έτσι , χαμογέλασε για πρώτη φορά με ίχνη αισιοδοξίας.
« Συνάδελφος τίνος » Το κτητικό που έλειπε προφανώς προοριζόταν για τη Σοφία, άρα … Άρα; Μήπως ένας πλάγιος τρόπος για να της ανακοινωθεί η πρόσληψη; Ίσως.
Επόμενο
Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007
Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2007
Fear of the Dark
Band: Iron Maiden
Album: Fear of the Dark (1992)
I am a man who walks alone
And when I'm walking a dark road
At night or strolling through the park
When the light begins to change
I sometimes feel a little strange
A little anxious when it's dark.
Fear of the dark,fear of the dark
I have constant fear thas something's always near
Fear of the dark,fear of the dark
I have a phobia that someone's always there
Have you run your fingers down the wall
And have you felt your neck skin crawl
When you're searching for the light ?
Sometimes when you're scared to take a look
At the corner of the room
You've sensed that something's watching you.
Have you ever been alone at night
Have you ever been alone at night
Throuh your heard footsteps behind
And turned around and no-one's there ?
And as you quicken up your pace
You find it hard to look again
Because you're sure there's someone there
Watching horror films the night before
Debating witches and folklore
The unknown troubles on your mind
Maybe your mind is playing tricks
You sense,and suddenly eyes fix
On dancing shadows from behind.
Fear of the dark, fear of the dark
I have a constant fear that something's always near
Fear of the dark, fear of the dark
I have a phobia that someone's always there.
When I'm walking a dark road
I am a man who walks alone
2
Προηγούμενο - Επόμενο
Φαγώθηκε η μικρή να μετακομίσει στην Αθήνα κι ήταν η πρώτη γυναίκα στη ζωή του που πέρασε το δικό της. Ανέβηκε ο ίδιος στον Πειραιά να τη γράψει στην Παιδαγωγική Ακαδημία, αλλά της επέβαλε να μείνει στην αδερφή του, τη Δέσποινα.
Όμως κι αυτό από μόνο του μήπως δε φανέρωνε περίτρανα πως κόντευε πια η οριστική του ήττα; Μήπως όλοι οι γνωστοί δε θα ’βαζαν τώρα με το μυαλό τους πως πάει, ξόφλησε ο παλιός αγέρωχος Χρονόπουλος; Στο εξής τα θηλυκά εντός κι εκτός σπιτιού θα πίστευαν πως είναι εύκολο να τον σέρνουν απ’ τη μύτη, αλλά προφανώς λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Για όλους τους αμφισβητίες της δύναμης του είχε απάντηση.
Μόλις με το καλό θα επέστρεφε στην Κόρινθο η Σοφία με το πτυχίο της δασκάλας, θα την πάντρευε στην ανάγκη με το ζόρι με κάποιον υποχρεωτικά της συνομοταξίας των γιατρών ή δικηγόρων. Το ίδιο ήταν. Και το επάγγελμα αυτό θα έβαζε να το γράψουν στο προσκλητήριο – κι ας μη συνηθίζεται – με ολόχρυσα γράμματα.
Και να που ήρθε το δεύτερο και μεγαλύτερο μπαμ. Τώρα, αν δεχόταν αυτόν το γάμο, για τον οποίο ο ίδιος ρωτήθηκε, μόνο όταν όλα έδειχναν τελειωμένα κι ίσως όταν είχαν τυπωθεί και τα προσκλητήρια ακόμα, θα ήταν σα να έβαζε την υπογραφή του σ’ αυτό που όλοι περίμεναν. Και φυσικά, δεν εννοούσε το γάμο της κόρης του αλλά τη δική του πτώση. Μάνα και κόρη ετοίμαζαν να τον πετάξουν σε μια γωνιά και να του κλέψουν τα σκήπτρα.
Βούτηξε λοιπόν τη Σοφία απ’ το λαιμό και της δήλωσε ορθά κοφτά πως αν δεν αλλάξει μυαλά, θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής της με τα ποντίκια στο κατώι . Μπήκε όμως στη μέση η Κωστούλα.
- Η κόρη μου θα στεφανωθεί.
Τον γέμισε ενοχές για το στεφάνι το δικό τους που ποτέ δεν ήρθε κι υποχώρησε για μια ακόμη «τελευταία» φορά .
Προηγούμενο - Επόμενο
Φαγώθηκε η μικρή να μετακομίσει στην Αθήνα κι ήταν η πρώτη γυναίκα στη ζωή του που πέρασε το δικό της. Ανέβηκε ο ίδιος στον Πειραιά να τη γράψει στην Παιδαγωγική Ακαδημία, αλλά της επέβαλε να μείνει στην αδερφή του, τη Δέσποινα.
Όμως κι αυτό από μόνο του μήπως δε φανέρωνε περίτρανα πως κόντευε πια η οριστική του ήττα; Μήπως όλοι οι γνωστοί δε θα ’βαζαν τώρα με το μυαλό τους πως πάει, ξόφλησε ο παλιός αγέρωχος Χρονόπουλος; Στο εξής τα θηλυκά εντός κι εκτός σπιτιού θα πίστευαν πως είναι εύκολο να τον σέρνουν απ’ τη μύτη, αλλά προφανώς λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Για όλους τους αμφισβητίες της δύναμης του είχε απάντηση.
Μόλις με το καλό θα επέστρεφε στην Κόρινθο η Σοφία με το πτυχίο της δασκάλας, θα την πάντρευε στην ανάγκη με το ζόρι με κάποιον υποχρεωτικά της συνομοταξίας των γιατρών ή δικηγόρων. Το ίδιο ήταν. Και το επάγγελμα αυτό θα έβαζε να το γράψουν στο προσκλητήριο – κι ας μη συνηθίζεται – με ολόχρυσα γράμματα.
Και να που ήρθε το δεύτερο και μεγαλύτερο μπαμ. Τώρα, αν δεχόταν αυτόν το γάμο, για τον οποίο ο ίδιος ρωτήθηκε, μόνο όταν όλα έδειχναν τελειωμένα κι ίσως όταν είχαν τυπωθεί και τα προσκλητήρια ακόμα, θα ήταν σα να έβαζε την υπογραφή του σ’ αυτό που όλοι περίμεναν. Και φυσικά, δεν εννοούσε το γάμο της κόρης του αλλά τη δική του πτώση. Μάνα και κόρη ετοίμαζαν να τον πετάξουν σε μια γωνιά και να του κλέψουν τα σκήπτρα.
Βούτηξε λοιπόν τη Σοφία απ’ το λαιμό και της δήλωσε ορθά κοφτά πως αν δεν αλλάξει μυαλά, θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής της με τα ποντίκια στο κατώι . Μπήκε όμως στη μέση η Κωστούλα.
- Η κόρη μου θα στεφανωθεί.
Τον γέμισε ενοχές για το στεφάνι το δικό τους που ποτέ δεν ήρθε κι υποχώρησε για μια ακόμη «τελευταία» φορά .
Προηγούμενο - Επόμενο
Ετικέτες
Μια ιστορία (σε συνέχειες)
Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007
1
Για το γάμο της Σοφίας πρώτος είχε αντιρρήσεις ο πατέρας της. Ο Τάσος Χρονόπουλος. Με τη μάσκα του στοργικού πατέρα έβρισκε μη πρέπουσα τη διαφορά ηλικίας. Δέκα χρόνια είναι πολλά κι έπειτα η Σοφία δεν είχε κλείσει καλά –καλά τα είκοσι δύο. Με το πτυχίο της δασκάλας και μια προσωρινή δουλειά σε δημόσια υπηρεσία είχε το μέλλον μπροστά της.
Όσο για το επάγγελμα του γαμπρού είχε να πει πως δημόσιος υπάλληλος δεν είναι μόνο η ασφάλεια και το «μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει» που σχεδόν οι πάντες πιπιλάνε μαζί με την ώρα την καλή αλλά και μούχλα, εφημερίδες, παντοφλίτσες κι εφημερίδα ολόκληρα απογεύματα κι όσο για λεφτά τακτικά μεν αλλά με το σταγονόμετρο. Εκτός κι αν οι δύο μελλόνυμφοι υπολόγιζαν σε μια γενναία δική του βοήθεια.
Γιατί ο Χρονόπουλος είχε τον τρόπο του μες στην Κόρινθο κι ας μη θεωρήθηκε ποτέ κι από κανέναν «άτομο άξιο λόγου». Αν είναι δυνατόν να θεωρηθείς «υψηλό πρόσωπο», μόνο και μόνο επειδή έκανες «ζωή χαρισάμενη» σε παλάτια. Στο μυαλό του όμως ήταν.
Ακριβώς απέναντι απ’ το στρατόπεδο είχε το τριώροφό του. Τρεις αίθουσες στο ισόγειο, η μία εξοχική ταβέρνα, η άλλη καφετέρια με ηλεκτρονικά παιχνίδια και τσόντες στο βίντεο, η τρίτη χαρτοπαιχτική λέσχη ημιπαράνομη. Στους ορόφους φήμες μόνο υπέθεταν πως υπήρχαν δωμάτια για να ξαλαφρώνουν οι φαντάροι κι οι σουρτούκηδες Κορίνθιοι με αλλοδαπές και ντόπιες.
Η πρώτη του γυναίκα, η Ιωάννα, είχε κλειστεί στο άσυλο. Την έπιασαν να σιδερώνει το ίδιο της το παιδί. Τότε εμφανίστηκε απ’ το πουθενά η μητέρα της Σοφίας, η Κωστούλα. Βέβαια οι κακές γλώσσες είπαν πως πέρασε απ’ τα πάνω δωμάτια και με την καπατσοσύνη της κατάφερε το Χρονόπουλο να την κάνει πυργοδέσποινα με όλες τις τιμές πλην αυτής που προσδίδει σε μια γυναίκα το λευκό στεφάνι με τ’ ανθάκια.
Αντ’ αυτού της φόρεσε απ’ την πρώτη στιγμή εκείνο με τ’ αγκάθια, ίσως επηρεασμένος απ’ το στραπάτσο της Ιωάννας, αν και για πολύ καιρό παρέμεινε στα κουτσομπολιά της πόλης ως βεβαιότητα πως η Ιωάννα ποτέ δεν έφυγε για το άσυλο, αφού ποτέ δεν είχε σιδερώσει το παιδί της ούτε κι είχε διαπράξει άλλη τρέλα, απλώς με κάποιο τρόπο το παράνομο ζευγάρι έπρεπε να δικαιολογήσει πώς την έβγαλαν απ’ τη μέση. Κάποτε μάλιστα λένε πως της ξέφυγε της Κωστούλας σε μια γειτόνισσα πως άσυλο δεν υπήρχε και τα πράγματα θα μπλέκονταν και στις υποθέσεις της αστυνομίας, αλλά η νεότερη και τελευταία εκδοχή πως δηλαδή η Ιωάννα πέθανε στον ύπνο καταπίνοντας τη γλώσσα έβαλε τα πράγματα στη θέση τους τελειωτικά. Βοήθησαν βέβαια και οι γνωριμίες του Χρονόπουλου με την αστυνομία που ήδη είχε μπει από καιρό συνέταιρος στο τριώροφο.
Καμιά όρεξη δεν είχε για νέες οικογενειακές υποχρεώσεις κι ούτε που το θεωρούσε καθήκον του να στεφανωθεί την Κωστούλα. Έφτανε και περίσσευε που αναγνώρισε τη Σοφία. Σ’ αυτήν έβγαλε όλα του τ’ απωθημένα. Θυμήθηκε πώς τον ήθελε η δική του μητέρα, δηλαδή ηθικό, τίμιο, μετρημένο και τώρα τα ίδια ακριβώς με μια καθυστέρηση τριάντα χρόνων ζητούσε κι απ’ την κόρη του τη μονάκριβη πια, μιας και το σιδερωμένο το είχε διώξει από νωρίς σε μια θεία στη Βέροια, για να μη σέρνεται η τρέλα της Ιωάννας μες στα πόδια του.
Μέχρι τα δεκαεπτά η Σοφία να μη βγει παραέξω, να μη φέρνει φίλες στο σπίτι και να μην πλησιάσει ούτε κατά διάνοια στο μαγαζί. Μέχρι το μεγάλο μπαμ.
Ετικέτες
Μια ιστορία (σε συνέχειες)
Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2007
Το μπαλκόνι

Μας είχε παραξενέψει το φέρσιμο της Δήμητρας. Δύστροπη ήταν από μικρή , αλλά τόση κακία; Την επισκέφθηκε η μάνα μου να της πάει ένα παιχνιδάκι για το γιο της, το Γιαννάκη.
- Τι κάνεις ανιψιά;
- Καλά.
- Ο Βαγγέλης , ο Γιαννάκης;
- Καλά.
Ούτε λέξη για μας. Να ρωτήσει για το θείο της, για μένα, για το Γιώργο.
Δε μας έχει μόνο ξαδέρφια, την παντρέψαμε, της βαφτίσαμε το παιδί.
- Έχεις τίποτα, κορίτσι μου;
- Ναι, έχω. Και με τους τρεις σας. Ο Γιώργος είναι ξένος, δεν τον
λογαριάζω, αλλά εσύ, ο άντρας σου κι η Άννα μου φερθήκατε σκάρτα.
Τα έχασε η μάνα μου.
- Δηλαδή;
- Θες να τ’ ακούσεις; Τι μου είπες για τον πατέρα μου; Το ξέχασες;
- Τι είπα; ξεροκατάπιε η μάνα μου.
- Πως δε φρόντιζε τον παππού, όταν αρρώστησε και γι’ αυτό πέθανε.
- Σταμάτα! Το μόνο που είπα ήταν πως εγώ τον φρόντιζα στα τελευταία του. Τον είχα σπίτι μου, ψέματα; Κανείς δεν τον ήθελε.
- Ναι, αλλά ποιος τον έντυσε για να τον βάλει στο φέρετρο; Η μάνα μου δεν ήταν; Και τι τον είχε; Πεθερό, όχι πατέρα. Μετά ο άντρας σου …
- Ο θείος Τάκης να λες.
- Ο άντρας σου, ο άντρας σου. Μου κρατάει μούτρα, επειδή άλλαξα κλειδαριά στην πόρτα.
- Χριστέ μου, δικό σου είναι το σπίτι, βάλ’ του φωτιά, αν θέλεις. Λογαριασμό θα μας δώσεις;
- Έτσι λες, αλλά δεν το πιστεύεις. Θέλατε αντικλείδι, για να μπαινοβγαίνετε να με ανακατεύετε με τον άντρα μου. Δε σας έκανα τη χάρη. Κι η κόρη σου …
- Η Άννα;
- Μία έχεις. Ποια άλλη; Είναι νονά του παιδιού μου και δεν το
διαπαιδαγωγεί σωστά.
- Απ’ την Άννα περιμένεις να μάθει το παιδί σου να φέρεται;
- Όταν εγώ το μαλώνω, αυτή το καλοπιάνει.
Έφυγε η μάνα μου με σκοπό να μην ξαναπατήσει το πόδι της εκεί μέσα ούτε για χαρά ούτε για λύπη.
- Τόση κακία, βρε παιδί μου; έλεγε και ξανάλεγε.
- Άσ’ τη σε μένα! όλο διάθεση για καβγά.
- Άννα, άμα θέλεις την ευχή μου, μη μαλώσετε.
Και πήγα. Μόλις με είδε, χτυπιόταν σαν τρελή.
- Κλείστε τις πόρτες να μη μας ακούσουν.
Ο Παντελής, ο άντρας της, πήρε το παιδί στο μπαλκόνι. Εγώ είχα το
Γιώργο δίπλα μου μάρτυρα. Πού ήξερα τι θα έλεγε στο χωριό; Δεν είναι και να της έχεις εμπιστοσύνη.
- Σκάσε, γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω από φωνές. Σε βουτάω απ’ το μαλλί και σε φέρνω τρεις βόλτες. Δεν είμαι σαν τον άντρα σου.
- Ε βέβαια, είμαστε ξαδέλφες εμείς. Θα μαλώσουμε, αλλά θα τα ξαναβρούμε.
Μου φάνηκε πως υποχωρεί. Έλπιζα απ’ αυτά τα λόγια της πως θα λυθεί η παρεξήγηση, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή άρχισε να βρίζει τους γονείς μου. Θυμήθηκα τι μου είχε πει η μάνα μου κι έδωσα τόπο στην οργή.
- Για κάτσε, βρε Δήμητρα! Εσύ μιλάς έτσι; Όταν έφυγες απ’ το χωριό, ποιος σε μάζεψε; Στη μάνα μου δεν πήγες; Εκεί δεν έμενες; Δε θα μπορούσαμε τότε να σου γυρίσουμε την πλάτη; Ολόκληρο γράμμα μου είχες στείλει πριν ότι δε μ’ έχεις ξαδέρφη γιατί δουλεύω σερβιτόρα τη νύχτα κι όλες οι σερβιτόρες είναι …τα ξέχασες;
- Ήμουν μικρή τότε.
- Έλα εδώ, Παντελή. Πες στη γυναίκα σου. Τι σου έλεγα γι’ αυτήν;
- Ναι … ναι … τα καλύτερα λόγια.
- Βλέπεις, εγώ το βούρλο , σας τα έφτιαξα και τώρα εισπράττω το
ευχαριστώ.
- Ε μια παρεξήγηση ήταν! Είπαμε κι εμείς μια κουβέντα παραπάνω.
Την έβαλα να υποσχεθεί πως θα ζητήσει συγγνώμη απ’ τη μάνα μου. Έβαλε τον άντρα της να παραγγείλει μια πίτσα για τη συμφιλίωση. Εγώ δέχτηκα με κρύα καρδιά κι όχι γι’ αυτήν, αλλά για το βαφτιστήρι μου πιο πολύ.
- Τελειώσαμε, μου είπε ο Γιώργος μες στο ασανσέρ.
- Πολύ αισιόδοξος είσαι! του είπα μόνο.
Πήγε η μάνα μου στο χωριό να δει τη μάνα της. Η γιαγιά μένει σ’ ένα
δωματιάκι που επικοινωνεί με μια εσωτερική αυλή με το πατρικό της Δήμητρας. Την υποδέχτηκαν όπως τους ολυμπιονίκες. Και «καθίστε να φάμε» και … «τι κάνει η Αννούλα κι ο Γιωργάκης;» Η μάνα μου όπως κάθε χρόνο τους πήγαινε δώρα για το καλό. «Ευχαριστούμε» είπαν όλο εγκαρδιότητα.
Δυο μέρες μετά το σκηνικό άλλαξε. Φτάνει η Δήμητρα στο χωριό και βλέποντας το αυτοκίνητο του πατέρα μου έξω απ’ το πατρικό της, μπαίνει σα σίφουνας με τις βαλίτσες στο δωματιάκι της γιαγιάς.
- Καλωσόρισες κορίτσι μου! της λένε όλοι. Κι οι γονείς της κι οι γονείς μου κι η γιαγιά. Αυτή δε μιλούσε και την πιάνει ο διάολος τη γιαγιά, ογδόντα επτά χρονών γυναίκα και να τα έχει μισοχαμένα, και της λέει:
- Δήμητρα, μήπως πήρες το καπέλο του παππού;
- Ναι, γιατί;
- Τι δουλειά είχες και το πήρες; Δεν το ήξερες πως η τελευταία επιθυμία του παππού ήταν να το πάρει η θεία σου η Μαρία (δηλαδή η μάνα μου).
- Το ήξερα, είπε και βρόντηξε την πόρτα.
Την επομένη εντελώς ξαφνικά η μάνα της μπουκάρει στο δωματιάκι της
γιαγιάς, πετάει μια σακούλα και πετυχαίνει τη μάνα μου στο στήθος.
- Πάρε πίσω τα δώρα σου και να ξεκουμπιστείς να φύγεις από δω μέσα.
Στο τέλος της βδομάδας πάμε κι εμείς στο χωριό. Η μάνα μου δεν έλεγε
τίποτα.
- Δε θα πάμε στη γιαγιά;
- Να πάτε. Εγώ χθες ήμουν εκεί.
Κάτι υποψιάστηκα.
- Αν μου πουν να μείνω για φαγητό, δε θα κάτσω.
Γέλασε πικρά σα να μου ’λεγε «σιγά μη σου πουν»
- Έλα δω ρε μάνα.
Την πίεσα και μου τα είπε όλα.
- Να κάτσεις να τα βρεις με τον αδερφό σου. Αυτός πρέπει να βάλει
γυναίκα και κόρη στη θέση τους.
- Άσ’ τους, κορίτσι μου, θα τους περάσει.
Τέλειωσαν οι διακοπές, γυρίσαμε όλοι στην Αθήνα και συνάντησε η μάνα μου τη Δήμητρα στο δρόμο. Ήταν με τις σακούλες απ’ το σούπερ-μάρκετ κι έτρεχε μπας και την αποφύγει έτσι που ερχόταν φουριόζα για καβγά.
- Γεια σου θεία!
- Γεια σου.
- Γιατί με αποφεύγεις; Όταν πλήρωνε ο πατέρας μου τα δάνεια, για ν’ αγοράζεις εσύ το σπίτι που μένεις, ήταν καλά;
Είχε βγει η γειτονιά στα μπαλκόνια.
- Εγώ φταίω που σε μάζεψα, όταν σ’ έδιωξαν απ’ το χωριό.
- Και τι ήμουν μωρή και μ’ έδιωξαν; Π...;
- Όχι και π... προς θεού. Μια τσούλα ήσουν που γυρνούσε με τον έναν και με τον άλλον.
Την άφησε να χτυπιέται. Πήρε τον αδερφό της να του τα πει.
- Τι πράγματα είναι αυτά; Ποια δάνεια μου έλεγε η κόρη σου ότι πλήρωσες για μένα;
Κατάπιε τη γλώσσα του. Κι όλα αυτά για ένα μπαλκόνι. Μας το είπε μία ξαδέρφη στο χωριό πως « η Δήμητρα ζηλεύει την Άννα, επειδή το σπίτι της έχει πιο ωραίο μπαλκόνι»
- Τι κάνεις ανιψιά;
- Καλά.
- Ο Βαγγέλης , ο Γιαννάκης;
- Καλά.
Ούτε λέξη για μας. Να ρωτήσει για το θείο της, για μένα, για το Γιώργο.
Δε μας έχει μόνο ξαδέρφια, την παντρέψαμε, της βαφτίσαμε το παιδί.
- Έχεις τίποτα, κορίτσι μου;
- Ναι, έχω. Και με τους τρεις σας. Ο Γιώργος είναι ξένος, δεν τον
λογαριάζω, αλλά εσύ, ο άντρας σου κι η Άννα μου φερθήκατε σκάρτα.
Τα έχασε η μάνα μου.
- Δηλαδή;
- Θες να τ’ ακούσεις; Τι μου είπες για τον πατέρα μου; Το ξέχασες;
- Τι είπα; ξεροκατάπιε η μάνα μου.
- Πως δε φρόντιζε τον παππού, όταν αρρώστησε και γι’ αυτό πέθανε.
- Σταμάτα! Το μόνο που είπα ήταν πως εγώ τον φρόντιζα στα τελευταία του. Τον είχα σπίτι μου, ψέματα; Κανείς δεν τον ήθελε.
- Ναι, αλλά ποιος τον έντυσε για να τον βάλει στο φέρετρο; Η μάνα μου δεν ήταν; Και τι τον είχε; Πεθερό, όχι πατέρα. Μετά ο άντρας σου …
- Ο θείος Τάκης να λες.
- Ο άντρας σου, ο άντρας σου. Μου κρατάει μούτρα, επειδή άλλαξα κλειδαριά στην πόρτα.
- Χριστέ μου, δικό σου είναι το σπίτι, βάλ’ του φωτιά, αν θέλεις. Λογαριασμό θα μας δώσεις;
- Έτσι λες, αλλά δεν το πιστεύεις. Θέλατε αντικλείδι, για να μπαινοβγαίνετε να με ανακατεύετε με τον άντρα μου. Δε σας έκανα τη χάρη. Κι η κόρη σου …
- Η Άννα;
- Μία έχεις. Ποια άλλη; Είναι νονά του παιδιού μου και δεν το
διαπαιδαγωγεί σωστά.
- Απ’ την Άννα περιμένεις να μάθει το παιδί σου να φέρεται;
- Όταν εγώ το μαλώνω, αυτή το καλοπιάνει.
Έφυγε η μάνα μου με σκοπό να μην ξαναπατήσει το πόδι της εκεί μέσα ούτε για χαρά ούτε για λύπη.
- Τόση κακία, βρε παιδί μου; έλεγε και ξανάλεγε.
- Άσ’ τη σε μένα! όλο διάθεση για καβγά.
- Άννα, άμα θέλεις την ευχή μου, μη μαλώσετε.
Και πήγα. Μόλις με είδε, χτυπιόταν σαν τρελή.
- Κλείστε τις πόρτες να μη μας ακούσουν.
Ο Παντελής, ο άντρας της, πήρε το παιδί στο μπαλκόνι. Εγώ είχα το
Γιώργο δίπλα μου μάρτυρα. Πού ήξερα τι θα έλεγε στο χωριό; Δεν είναι και να της έχεις εμπιστοσύνη.
- Σκάσε, γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω από φωνές. Σε βουτάω απ’ το μαλλί και σε φέρνω τρεις βόλτες. Δεν είμαι σαν τον άντρα σου.
- Ε βέβαια, είμαστε ξαδέλφες εμείς. Θα μαλώσουμε, αλλά θα τα ξαναβρούμε.
Μου φάνηκε πως υποχωρεί. Έλπιζα απ’ αυτά τα λόγια της πως θα λυθεί η παρεξήγηση, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή άρχισε να βρίζει τους γονείς μου. Θυμήθηκα τι μου είχε πει η μάνα μου κι έδωσα τόπο στην οργή.
- Για κάτσε, βρε Δήμητρα! Εσύ μιλάς έτσι; Όταν έφυγες απ’ το χωριό, ποιος σε μάζεψε; Στη μάνα μου δεν πήγες; Εκεί δεν έμενες; Δε θα μπορούσαμε τότε να σου γυρίσουμε την πλάτη; Ολόκληρο γράμμα μου είχες στείλει πριν ότι δε μ’ έχεις ξαδέρφη γιατί δουλεύω σερβιτόρα τη νύχτα κι όλες οι σερβιτόρες είναι …τα ξέχασες;
- Ήμουν μικρή τότε.
- Έλα εδώ, Παντελή. Πες στη γυναίκα σου. Τι σου έλεγα γι’ αυτήν;
- Ναι … ναι … τα καλύτερα λόγια.
- Βλέπεις, εγώ το βούρλο , σας τα έφτιαξα και τώρα εισπράττω το
ευχαριστώ.
- Ε μια παρεξήγηση ήταν! Είπαμε κι εμείς μια κουβέντα παραπάνω.
Την έβαλα να υποσχεθεί πως θα ζητήσει συγγνώμη απ’ τη μάνα μου. Έβαλε τον άντρα της να παραγγείλει μια πίτσα για τη συμφιλίωση. Εγώ δέχτηκα με κρύα καρδιά κι όχι γι’ αυτήν, αλλά για το βαφτιστήρι μου πιο πολύ.
- Τελειώσαμε, μου είπε ο Γιώργος μες στο ασανσέρ.
- Πολύ αισιόδοξος είσαι! του είπα μόνο.
Πήγε η μάνα μου στο χωριό να δει τη μάνα της. Η γιαγιά μένει σ’ ένα
δωματιάκι που επικοινωνεί με μια εσωτερική αυλή με το πατρικό της Δήμητρας. Την υποδέχτηκαν όπως τους ολυμπιονίκες. Και «καθίστε να φάμε» και … «τι κάνει η Αννούλα κι ο Γιωργάκης;» Η μάνα μου όπως κάθε χρόνο τους πήγαινε δώρα για το καλό. «Ευχαριστούμε» είπαν όλο εγκαρδιότητα.
Δυο μέρες μετά το σκηνικό άλλαξε. Φτάνει η Δήμητρα στο χωριό και βλέποντας το αυτοκίνητο του πατέρα μου έξω απ’ το πατρικό της, μπαίνει σα σίφουνας με τις βαλίτσες στο δωματιάκι της γιαγιάς.
- Καλωσόρισες κορίτσι μου! της λένε όλοι. Κι οι γονείς της κι οι γονείς μου κι η γιαγιά. Αυτή δε μιλούσε και την πιάνει ο διάολος τη γιαγιά, ογδόντα επτά χρονών γυναίκα και να τα έχει μισοχαμένα, και της λέει:
- Δήμητρα, μήπως πήρες το καπέλο του παππού;
- Ναι, γιατί;
- Τι δουλειά είχες και το πήρες; Δεν το ήξερες πως η τελευταία επιθυμία του παππού ήταν να το πάρει η θεία σου η Μαρία (δηλαδή η μάνα μου).
- Το ήξερα, είπε και βρόντηξε την πόρτα.
Την επομένη εντελώς ξαφνικά η μάνα της μπουκάρει στο δωματιάκι της
γιαγιάς, πετάει μια σακούλα και πετυχαίνει τη μάνα μου στο στήθος.
- Πάρε πίσω τα δώρα σου και να ξεκουμπιστείς να φύγεις από δω μέσα.
Στο τέλος της βδομάδας πάμε κι εμείς στο χωριό. Η μάνα μου δεν έλεγε
τίποτα.
- Δε θα πάμε στη γιαγιά;
- Να πάτε. Εγώ χθες ήμουν εκεί.
Κάτι υποψιάστηκα.
- Αν μου πουν να μείνω για φαγητό, δε θα κάτσω.
Γέλασε πικρά σα να μου ’λεγε «σιγά μη σου πουν»
- Έλα δω ρε μάνα.
Την πίεσα και μου τα είπε όλα.
- Να κάτσεις να τα βρεις με τον αδερφό σου. Αυτός πρέπει να βάλει
γυναίκα και κόρη στη θέση τους.
- Άσ’ τους, κορίτσι μου, θα τους περάσει.
Τέλειωσαν οι διακοπές, γυρίσαμε όλοι στην Αθήνα και συνάντησε η μάνα μου τη Δήμητρα στο δρόμο. Ήταν με τις σακούλες απ’ το σούπερ-μάρκετ κι έτρεχε μπας και την αποφύγει έτσι που ερχόταν φουριόζα για καβγά.
- Γεια σου θεία!
- Γεια σου.
- Γιατί με αποφεύγεις; Όταν πλήρωνε ο πατέρας μου τα δάνεια, για ν’ αγοράζεις εσύ το σπίτι που μένεις, ήταν καλά;
Είχε βγει η γειτονιά στα μπαλκόνια.
- Εγώ φταίω που σε μάζεψα, όταν σ’ έδιωξαν απ’ το χωριό.
- Και τι ήμουν μωρή και μ’ έδιωξαν; Π...;
- Όχι και π... προς θεού. Μια τσούλα ήσουν που γυρνούσε με τον έναν και με τον άλλον.
Την άφησε να χτυπιέται. Πήρε τον αδερφό της να του τα πει.
- Τι πράγματα είναι αυτά; Ποια δάνεια μου έλεγε η κόρη σου ότι πλήρωσες για μένα;
Κατάπιε τη γλώσσα του. Κι όλα αυτά για ένα μπαλκόνι. Μας το είπε μία ξαδέρφη στο χωριό πως « η Δήμητρα ζηλεύει την Άννα, επειδή το σπίτι της έχει πιο ωραίο μπαλκόνι»
Midnight Summer Dream

Band: The Stranglers
Album: Feline (1982)
Woke up on a good day
And the world was wonderful
A midnight summer dream had me in its spell
I dreamt about an old man
Sat and watched the rain all night
He couldn't sleep a wink as all the drops fell
He told me of the beauty
Hidden in our foreheads
He told me of the ugliness
We show instead
And when we put a foot wrong do we
all the pain
A midnight summer dream as he watched the rain
Then at midnight he poured another drink
And bent my ear
After midnight we sat up half the night
Or maybe more
And he began to tell me what it was all for
I woke up in an armchair
He had gone I don't know where
Left me there to sit and look at the rain
Don't remember much at all
But his words were echoing
A midnight summer dream and then wake again
Maybe I'll never find him
Maybe he's gone forever
Maybe I'll have to sit here
Watching the weather
One thing's pretty certain helped me
Make it in the night
Showed me somewhere else between wrong and right
And at midnight if you can't sleep
Then I can bend your ear
After midnight we'll sit up half the night
Or maybe more
And I'll begin to tell you what it is all for
Wake up on a good day
And the world feels wonderful
Midnight summer dream has me in its spell.
Say Something

Band: James
Album: Laid (1993)
You're as tight as a hunters trap
Hidden well, what are you concealing
Poker face, carved in stone
Amongst friends, but all alone
Why do you hide
Say something, say something, anything
Say something, say something, anything
I've shown you everything
Give me a sign
Say something, say something, anything
Your silence is deafening
Pay me in kind
Take a drug to set you free
Take a drug to set you free
Strange fruit from a forbidden tree
You've got to come down soon
More than a drug is what I need
Need a change of scenery
Need a new life
Say something, say something anything
Say something, say something anything
I've shown you everything
Give me a sign
Say something, say something, anything
Your silence is deafening
Pay me in kind
Discover

Artist: Tim Booth
Album: Bone (2004)
So you gave me a home
And you gave me a name
And you told me, behave like the others
Then you sent me to school
Which was all about rules
And I learnt to pretend
And so I faked my way through school
And now I faked my way to you
In every face I look for signs of truth
And when you cry I take your hand
And when you rage I understand
Look in my eyes
I’m not like all the others
It’s time for you to discover
Who I am becoming I may look like a man
And talk like a man
But I feel like a man undercover
I don’t feel real, I feel like a fake In a moment
I’ll break And so I’m prisoner to this guise
I’m in for life, but what’s my crime?
I’m searching through my race to find
Some long lost tribe long lost in time
You fear that death will be th end I fear
that we’ll come back again
I killed you once so let’s pretend
This time round we’ll be good friends
So I’ve been abuser and I’ve been abused
I’ve been the Nazi and I’ve been the Jew
I was the user and now
I am used To recover those
who wish to discover
Who I am becoming.
Boys don't cry

Band: The Cure
Single: Boys don't Cry (1978)
B Side: Plastic Passion
I would say I'm sorry
If I thought that it would change your mind
But I know that this time I've said too much
Been too unkind
I try to laugh about it
Cover it all up with lies
I try and Laugh about it
Hiding the tears in my eyes
'cause boys don't cry
Boys don't cry
I would break down at your feet
And beg forgiveness
Plead with you
But I know that It's too late
And now there's nothing I can do
So I try to laugh about it
Cover it all up with lies
I try to laugh about it
Hiding the tears in my eyes
'cause boys don't cry
I would tell you That I loved you
If I thought that you would stay
But I know that it's no use
That you've already Gone away
Misjudged your limits
Pushed you too far
Took you for granted
I thought that you needed me more
Now I would do most anything
To get you back by my side
But I just Keep on laughing
Hiding the tears in my eyes
'cause boys don't cry
Boys don't cry Boys don't cry
Lovesong
Band: The CureAlbum: Mixed Up (1990)
Whenever I'm alone with you
You make me feel like I am home again
Whenever I'm alone with you
You make me feel like I am whole again
Whenever I'm alone with you
You make me feel like I am young again
Whenever I'm alone with you
You make me feel like I am fun again
However far away I will always love you
However long I stay I will always love you
Whatever words I say I will always love you
I will always love you
Whenever I'm alone with you
You make me feel like I am free again
Whenever I'm alone with you
You make me feel like I am clean again
However far away I will always love you
However long I stay I will always love you
Whatever words I say I will always love you
I will always love you
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)