Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

Σκουφά και Λυκαβηττού



Ο φωτογράφος βρέθηκε να περπατά σε μια άδεια πόλη το μακρινό 1934.
Όταν οι Ευρωπαίοι είχαν ζήσει μόνο έναν παγκόσμιο πόλεμο, που τότε ακόμα λεγόταν απλά “Μεγάλος”, ενώ τα σύννεφα ενός δεύτερου γίνονταν μέρα με τη μέρα ορατά.
Είναι πρωί. Ο γαλατάς με το κάρο του βρίσκεται στη διασταύρωση Σκουφά και Λυκαβηττού και κατευθύνεται προς την πλατεία Κολωνακίου. Πουλάει φρέσκο γάλα και γιαούρτι από αιγοπρόβατα, που συνεχίζουν να βόσκουν στη γύρω περιοχή. Απλά δε φαίνονται.
Θα περάσουν τα χρόνια και τη δεκαετία του 50 τα κάρα θα αντικατασταθούν με τρίκυκλα, αλλά τα ίδια προϊόντα θα συνεχίσουν να πωλούνται χωρίς πλαστικές συσκευασίες και ημερομηνίες λήξεως για πολλές δεκαετίες ακόμα.
Ο φωτογράφος Alfred Eisenstaedt έβαλε μέσα στο κάδρο του ένα άλογο που σέρνει το κάρο του σε μια – ξένη για μας – Αθήνα.

Σάββατο 25 Αυγούστου 2018

Το λιοντάρι της Κέας




Μια φορά κι έναν καιρό, στα πανάρχαια χρόνια, ένα μεγάλο κακό συνέβη στην Τζια.
Οι Νύμφες άρχισαν να σκοτώνουν τις γυναίκες του νησιού.
Ο Δίας που είδε από ψηλά πόσο υπέφεραν οι κάτοικοι, είπε να τους βοηθήσει και τους έστειλε ένα τεράστιο λιοντάρι.
Αποτέλεσμα; Οι Νύμφες έφυγαν τρομαγμένες,
αλλά μετά από αυτές ήρθε η ξηρασία
και οι κάτοικοι του νησιού πάλι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση.
Κι επειδή ο Δίας δεν πολυέδινε σημασία στις νέες δεήσεις τους,
ζητούσαν τώρα από όλους τους θεούς κάτι για να φύγει η ξηρασία.
“Στείλτε μας κάτι άλλο, όχι πάλι τις Νύμφες” προσεύχονταν και κάπως έτσι ήρθαν σαν θείο δώρο για την Τζια αλλά και για όλες τις Κυκλάδες τα μελτέμια.
Όταν τα πράγματα ηρέμησαν, ξαναγύρισε στο νησί ο τρόμος, αυτή τη φορά σαν σκέψη:
“Κι αν μας ξαναστείλουν τις Νύμφες;”
Κοίταξαν σχεδόν ταυτόχρονα και όλοι μαζί ένα ψηλό βράχο απέναντι από την Ιουλίδα, τη μοναδική από τις τέσσερις πόλεις του νησιού που χτίστηκε στην ενδοχώρα.
Και κάπως έπρεπε να κρατήσουν μακριά τις Νύμφες.
Α και μετά από όλα αυτά... μάλλον αυτοί ζήσαν καλά
κι εμείς καλύτερα...

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Η Κατερίνα γράφει ποιήματα



Η Κατερίνα κοιτάζει πάλι την εικόνα. Το νεανικό πρόσωπο με τα γέρικα μάτια σε έκφραση εγκαρτέρησης στον πόνο. Συνδυάζει όλα τα προσόντα να χαρακτηρισθεί Θεός για τους έξω. Ακάνθινο στεφάνι κι ένα βλέμμα που στοχεύει τον Ύψιστο πώς να μην αναδείξουν τη φιγούρα της εικόνας του Μεσσία; Με μόνο μια βδομάδα Παθών.
Προσποιείται την απορροφημένη από το ανοιχτό βιβλίο. Ο τύπος του Ήρωνα. Η Κατερίνα δείχνει πως δυσκολεύεται. Ο καθηγητής όμως παραμένει σκυμμένος στο πλευρό των άλλων παιδιών με γυρισμένη σ' αυτήν την πλάτη του. Αφημένη να πλήττει δίπλα από το παράθυρο και τη συννεφιά της μονοτονίας.
Περνάνε όλα ξανά από το μυαλό της Κατερίνας. Τρένο οι αναμνήσεις. Τα πρώτα γεγονότα θα τα γεννήσει η φαντασία της βασισμένη στις διηγήσεις. Οι βίαιες και άτσαλες κινήσεις της μαμής στο χωριό της πριν δεκαεννιά χρόνια. Έφτασε δύο χρονών, δεν είχε ακόμα περπατήσει και οι γονείς της δεν ανησυχούσαν. Την άφηναν όλη μέρα στο πάτωμα να κυλιέται, να κλαίει και δεκάρα δεν έδιναν, αφού έτσι κι αλλιώς τους βόλευε αυτή η αδυναμία της.
Σάρωσε με το βλέμμα της τον χώρο της τάξης. Τέσσερα καρότσια, με το δικό της πέντε. Κι ο καθηγητής να μην την πλησιάζει. Ευτυχώς που κρύωσε για τα καλά τότε. Βήχας δαιμονισμένος να την πνίξει και ο πυρετός να μη λέει να πέσει από το 39. Την πήραν στο Αίγιο κι ο γιατρός που την εξέτασε, πετάχτηκε ως το ταβάνι ουρλιάζοντας:
«Δεν το βλέπατε το παιδί... τόσο καιρό... τα ποδαράκια του».
Τους έδιωξε για την Αθήνα. Μόνο εκεί θα συναντούσαν τους κατάλληλους γιατρούς. Αυτοί θα τους έλεγαν.
Μετά στο ίδρυμα. Οι γονείς την ξέχασαν. Είχαν στο μεταξύ άλλα παιδιά, ήταν και μεγάλη η διαδρομή χωριό – Αθήνα, πώς να πηγαινοέρχονταν; Μόνο τις γιορτές.
Η Κατερίνα είχε γίνει πέντε χρονών, ήταν Πάσχα και η μάνα της υπέγραφε να την πάρει για λίγες μέρες σπίτι. Ήρθε η μέρα κι επέστρεψαν. Ο φύλακας όμως τους έδιωξε.
«Τι λες, κυρά μου; Αυτό που μου δείχνεις δεν είναι απλό εξιτήριο. Εδώ λέει πως δέχεσαι από δω και πέρα να έχεις το παιδί στο σπίτι σου. Για πάντα. Τι δεν καταλαβαίνεις;»
Έτσι έχασε την ευκαιρία της η Κατερίνα να πάει σχολείο, επειδή απλά έξω από το ίδρυμα, το ένιωθε κι η ίδια, ήταν βάρος για όλους. Πέντε χρόνια βολόδερνε μες στα δωμάτια του πατρικού της. Ούτε τα αδέρφια της δεν την έκαναν παρέα.
Το κεφάλι της πονάει. Νιώθει τη μικρή αίθουσα να φλέγεται. Θέλει να ζητήσει άδεια. Να αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Θα εκληφθεί όμως ως δειλία και δεν το θέλει.
Ευτυχώς εμφάνισε πρόβλημα με τα δόντια της. Ευλογία για αυτό το κορίτσι τα προβλήματα υγείας. Τα προσωρινά. Απολάμβανε κάτι διαφορετικό μακριά από τους ίδιους τοίχους. Τον τροχό να τρίβει τα χαλασμένα τμήματα αδαμαντίνης στους τομείς και στους γομφίους. Η οδοντίατρος έσκυψε φιλικά πάνω της να βγάλει νόημα από τα γρυλίσματα. Την έμαθε να μη νιώθει άσχημα που δεν περπατούσε σαν τους άλλους. Αυτή το κυνήγησε και με δικές της ενέργειες βρέθηκε η Κατερίνα πάλι σε ίδρυμα και ξεκίνησε σχολείο.
Το κράτος της έκοψε επίδομα. Εκατό χιλιάδες δραχμές τον μήνα. Τα κανόνισε ο πατέρας της κι έρχονταν τα χρήματα σπίτι του στο χωριό.
«Μη σε νοιάζει, θα στα στέλνω εγώ», της έλεγε κάθε φορά και της έστελνε πότε δεκαπέντε πότε είκοσι χιλιάδες στους δύο μήνες. Σε μια από τις επισκέψεις στο χωριό η Κατερίνα ρώτησε για τα χρήματα.
«Αυτόν τον μήνα ο ταχυδρόμος δεν τα έφερε. Τα έκλεψαν», απάντησε ο πατέρας, φροντίζοντας να καταχωνιάσει τα πειστήρια.
«Και η σύνταξη της μαμάς;»
«Ούτε αυτή ήρθε».
Χαράματα είχαν φύγει οι γονείς της για το χωράφι και η Κατερίνα με αργά βήματα, αφού έβαλε το φαγητό στη φωτιά, έπιασε να συγυρίζει. Ανοίγοντας το τελευταίο συρτάρι της ντουλάπας στην κρεβατοκάμαρα των γονιών της και προσπαθώντας να στριμώξει τα σιδερωμένα σεντόνια, κάνει μια και βγάζει τη σύνταξη που είχε «χαθεί». Δεν τους είπε τίποτα.
Ο καθηγητής την κοιτάζει. Τώρα θα της χαμογελάσει κι εκείνη θα ξεχάσει την άρνησή του για βοήθεια. Του είχε ζητήσει να την αναλάβει στα Μαθηματικά. Έστω, αν δεν μπορούσε, ας της έβρισκε κάποιον συνάδελφό του να της κάνει ιδιαίτερα μαθήματα, προκειμένου να δώσει Πανελλαδικές. Μάταια. Στρέφει πάλι το βλέμμα προς τ' άλλα παιδιά, τους αναλύει τι πρέπει να προσέχουν, πώς πρέπει να δουλεύουν. Δεν απευθύνεται σ' εκείνη. Άλλωστε οι συμμαθητές της δε μένουν όπως η Κατερίνα στο ίδρυμα, ζουν με τις οικογένειές τους. Εκείνη στα μάτια του καθηγητή είναι μόνη.
Μόνο στη δασκάλα της μίλησε για τα λεφτά. Κι αυτή πέτυχε να έρχονται κατευθείαν στην Κατερίνα. Από τότε έχει να δει τους γονείς της. Δεν την πειράζει πολύ. Έχει ζήσει κι άλλα χειρότερα. Τα λέει όμως στην οδοντίατρο και τη δασκάλα. Δεν είναι δυστυχισμένη. Έχει τουλάχιστον αυτές. Υπάρχουν άραγε στον κόσμο αυτό πολλοί που μπορούν να καυχηθούν πως έχουν δυο ανθρώπους να τους νοιάζονται;
Περιμένει να φύγουν όλοι. Τελευταία φορά. Θα πλησιάσει τον κύριο Δημήτρη έτοιμη για την ίδια ερώτηση. Θα μπει η άνοιξη, οι εξετάσεις πλησιάζουν. Δεν τον προλαβαίνει.
Θυμάται τον πονοκέφαλο. Αποφεύγει τον συνωστισμό στο μεγάλο σαλόνι. Πιάνει μια νοσοκόμα στον διάδρομο. «Σας παρακαλώ», κομπιάζει. Εμφανίζει μια μικρή δυσκολία στις λεπτές εξειδικευμένες κινήσεις των δαχτύλων, επομένως και στο γράψιμο.
«Με βοηθάτε για μια αγγελία στην εφημερίδα;»
Υπαγορεύει στην ευγενική γραφέα.
«Ζητείται Καθηγητής Μαθηματικών
να βοηθήσει “ειδικό” παιδί
στην προετοιμασία του για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις».
Ένα γλυκό χαμόγελο ομορφαίνει το κοριτσίστικο πρόσωπο που συνεχίζει:
«Το παιδί δε δαγκώνει».

Γιώργος Γιώτης


Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

Καλύτερα...



"Καλύτερα να πεθάνω από πάθος παρά από βαρεμάρα".

Vincent van Gogh

Φάρσες (Από τις διηγήσεις του πατέρα μου)


Ο μπαρμπα-Χαράλαμπος ο Ματσούκης, ο αδερφός της μάνας μου, ήταν ο μέγας πλακατζής κι όλοι στο χωριό τον υπολόγιζαν στις φάρσες τους. Είχε χτυπηθεί σε μια ενέδρα και είχε χάσει το αριστερό μάτι. Ως ανάπηρος πολέμου που ήταν, του είχαν δώσει περίπτερο, στο καφενείο απέναντι.
Φτάνει μια φορά ένας έμπορος και ρωτάει:
«Έχει εδώ πουθενά να ξυριστώ;»
Τον κοιτάζουν οι χωριανοί περίεργα.
«Ολόκληρο κεφαλοχώρι και δεν έχετε μπαρμπέρη;» τους ρωτάει με ύφος ανθρώπου που πρέπει σώνει και καλά να συνεννοηθεί με εξωγήινους.
«Στον περιπτερά να πας. Αυτός μας ξυρίζει όλους», πετάγεται ένας έξυπνος, δήθεν για να τον σώσει.
Μόλις ακούει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος τι του ζητάει ο ξένος, αμέσως μπαίνει στο νόημα. Τον γεμίζει σαπουνάδες και μετά προφασίζεται πως το φως δεν τον βοηθάει καθόλου.
«Πάμε στο καφενείο, για να γίνει σωστά η δουλειά», του λέει και μπαίνουν στο καφενείο απέναντι που είναι μαζεμένοι όλοι, έτοιμοι να σκάσουν στα γέλια. Μπροστά ο έμπορος μες στις σαπουνάδες και τις πετσέτες κι από πίσω ο μπάρμπας μου με ένα ξυράφι μεγάλο σαν μικρό σπαθί που δεν έλεγε να βγει όμως από τη θήκη του τόσο σκουριασμένο που ήταν. Κλείνει το μοναδικό του μάτι κι αμέσως πονηρεύονται οι άλλοι, μπαίνουν στο κόλπο και μαζεύονται γύρω τους.
Με την πρώτη που του χάραξε το δέρμα, ίσα – ίσα που τράβηξε τις σαπουνάδες. Καταλαβαίνει ο έμπορος πως το ξυράφι δεν κόβει ούτε βούτυρο, πιάνει και τα χάχανα των άλλων πίσω και μαζεύεται.
«Άσε, δεν πειράζει», λέει στον μπάρμπα μου και φεύγει.
Παίρνει την κατηφόρα τρέχοντας. Έξω από την εκκλησία χώνεται κάτω από τη βρύση. Αυτή στην αρχή δεν κατεβάζει νερό, μέχρι να μαζέψει πίεση, αλλά μετά το πετάει με ορμή και τον κάνει χάλια.
Τον είδαν να τα μαζεύει και να εξαφανίζεται. Κάποιος τον άκουσε να μονολογεί βρισιές για το χωριό και τους ανθρώπους του.
«Ακόμη και οι βρύσες σε αυτό το χωριό σε δουλεύουν».


Μια άλλη φορά αφορμή για τη φάρσα ήταν η κακοκεφιά του χωροφύλακα. Γινόταν πανηγύρι στο Αμπελοχώρι και χρειάζονταν αστυνομική προστασία. Έστειλαν λοιπόν στο χωριό μας, την Παναγία, κάποιον με δυο μουλάρια να συνοδέψει τον χωροφύλακα μέχρι εκεί.
«Χαράλαμπε, εσύ τα καταφέρνεις, σκέψου κάτι να γλιτώσω την αγγαρεία. Πού να τρέχω τώρα», λέει ο χωροφύλακας στον θείο μου κι αυτός πήγε και παραφύλαξε εκεί που περίμενε ο συνοδός. Μόλις τον είδε να απομακρύνεται από το μέρος που είχε δέσει τα ζώα, γρήγορα – γρήγορα τα λύνει και τα δένει πιο κάτω, πίσω από τη μεγάλη βρύση. Πηγαίνει μετά και περιμένει.
Τα έχασε ο συνοδός, δεν είδε τα μουλάρια του και κόντεψε να τρελαθεί.
«Τι τρέχει, πατριώτη; Έπαθες τίποτα», του κάνει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος.
«Τίποτα... τίποτα... να εδώ... είχα δέσει δυο μουλάρια και τώρα χάθηκαν... μήπως τα είδες;»
«Γι' αυτό κάθεσαι και μου σκας, πατριώτη; Να, πάρε αυτή την ανηφόρα που βλέπεις μπροστά σου. Μόνο τρέξε μην πάρουν άλλο δρόμο».
Ξεφύσηξε ο συνοδός ανακουφισμένος που κάποιος είχε δει κατά πού πήγαν τα μουλάρια του και βάλθηκε να τρέχει να τα προλάβει.
«Στάσου», του ξαναλέει ο μπάρμπας μου. Τον έκανε ό,τι ήθελε πια. Τον έφερε πίσω και αργά και βασανιστικά άρχισε να του ξεφουρνίζει άλλο παραμύθι.
«Μάλλον λάθεψα, πατριώτη. Συγχώρα με, αλλά με ζάλισε ο ήλιος. Είδα δυο μουλάρια αλλά ώρα πριν. Πότε τ' άφησες εσύ;»
«Ούτε δέκα λέπτα».
«Περίμενε τότε. Είδα εγώ δυο μουλάρια, αλλά για κάτσε να θυμηθώ... ήταν πριν καμιά ώρα... ναι... ναι... και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, τα μουλάρια που είδα ήταν από τα δικά μας. Τα έχω ξαναδεί στο χωριό. Εσύ όμως δε δείχνεις να είσαι από δω».
«Από το Αμπελοχώρι ήρθα, για να πάρω μαζί μου τον χωροφύλακα», του απάντησε άκεφα.
Πώς κατάφερνε και ζύγιζε στο ένα χείλι το αστείο και στ' άλλο το σοβαρό χωρίς να σκάει ούτε χαμόγελο;
«Το βρήκα! Τα μουλάρια τραβάνε για τ' Αμπελοχώρι, αφού αυτόν τον δρόμο ξέρουν».
Στον δρόμο συνάντησε ίσαμε πενήντα άτομα που δούλευαν στα χωράφια κι όλους τους ρώτησε αν είδαν τα μουλάρια του.
«Όχι, άνθρωπέ μου, ούτε που είδαμε ούτε που ακούσαμε τα μουλάρια σου».
Είχε σχεδόν φτάσει περπατώντας λίγο έξω από το Αμπελοχώρι, όταν τον πλησιάζει ένας πιτσιρίκος.
«Θα σε πάω εγώ», του λέει λαχανιασμένος, αφού είδε κι έπαθε να τρέχει ξοπίσω του να τον προφτάσει δασκαλεμένος από τον μπαρμπα-Χαράλαμπο.
Παίρνει ο κακόμοιρος ο Αμπελοχωρίτης πάλι τον δρόμο για πίσω, ξαναγυρνάει στην Παναγία, βρίσκει τα ζώα του εκεί που τα είχε κρύψει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και επιτέλους πηγαίνει στον χωροφύλακα.
«Είσαι έτοιμος να φύγουμε;»
«Τώρα; Άργησες. Πήγαινε μόνος σου. Δεν το προφταίνουμε το πανηγύρι». 


(Συνεχίζεται...)

Γιώργος Γιώτης, Από τις διηγήσεις του πατέρα μου, 11/8/2018

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

Σχολική βιβλιοθήκη


Χάρη στην καλλιτεχνική παρέμβαση της κυρίας Ελένης Φέζου και την αμέριστη συμπαράσταση του Συλλόγου Γονέων του σχολείου μας, η αίθουσα που θα φιλοξενήσει τη σχολική βιβλιοθήκη γίνεται ένας χώρος όμορφος όπου τα παιδιά θα καταλάβουν ότι το διάβασμα συνδέεται με την περιέργεια και την ευχαρίστηση. Η ανάγνωση γίνεται ανάγκη και το σχολείο μας πιο όμορφο.















Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Μπροστά στο ψέμα...



Κοιτούσα τη μαρμάρινη πινακίδα ακριβώς δίπλα στη βιτρίνα του εμπορικού καταστήματος που πουλούσε ηλεκτρικά είδη δύο κτίρια μετά την είσοδο της παλιάς πόλης.  Διαφωνούσα και δεν είχα προλάβει να χρωματίσω με ειρωνεία το χαμόγελό μου. Φανταζόμουν να αναλύω στους μαθητές μου το ψέμα. Ναι, το φαρμακείο ήταν του Βονιφάτιου Βοναφίν. Ναι, σε αυτήν ακριβώς τη θέση βρισκόταν το πρώτο φαρμακείο της χώρας και μάλιστα με το πολύ φιλόδοξο και καθόλου μετριοπαθές όνομα «Ο Σωτήρ», αλλά όχι, δεν ταριχεύτηκε ο πρώτος κυβερνήτης εδώ. Μετά τη δολοφονία του μεταφέρθηκε… μεταφέρθηκε…
Έψαξα απέναντι. Στο σημείο που βρισκόταν τώρα το άγαλμα του Όθωνα παλαιότερα υπήρχε το Κυβερνείο, όπου εκεί στην πραγματικότητα έγινε…
-          Μπορείτε να με βοηθήσετε;
Η ερώτηση με έβγαλε από τις σκέψεις. Πρέπει να είχα το ύφος του ανόητου που σηκώνει τις πέτρες και περιμένει να ανακαλύψει φαντάσματα. Τα μάτια μου έπεσαν στο κομμένο του πόδι.
-          Τι θέλετε;
-          Να με βοηθήσετε να κάτσω στο καρότσι.
-          Φυσικά.
Πρέπει και η φωνή μου να μην πρόδωσε το ανόητο ύφος που λέγαμε.
-          Το ήξερα. Μόλις είδα το πρόσωπό σου, κατάλαβα ότι είσαι καλός άνθρωπος. Εμένα με λένε Δημήτρη.
Με βιαστικές κινήσεις σκαρφάλωσε στο αναπηρικό καρότσι, τεντώθηκε να μαζέψει τα πράγματα που είχε απλώσει στο παγκάκι, τρία μπουκάλια νερό, αφόρητη η ζέστη σίγουρα και ένα ύφασμα, ίσως ρούχο ίσως τσάντα, δεν μπορούσα να καταλάβω. Ξαναείπε πολλές φορές ευχαριστώ. Με ρώτησε το όνομά μου. «Δεν υπάρχουν σήμερα καλοί άνθρωποι», είπε δυο φορές πως πριν από εμένα ζήτησε βοήθεια σε άλλους δέκα περαστικούς. Κανείς δε σταμάτησε. Μια υποψία πέρασε από το μυαλό μου. Κι αν είναι όλο αυτό κόλπο; Αν με οδηγήσει σε κανένα στενό όπου θα μου την έχουν στημένη;
-          Πέρασέ με απέναντι. Σε ευχαριστώ. Δεν τους αδικώ, Γιώργο. Κανένα δεν αδικώ. Φοβάται ο κόσμος. Φοβάται ακόμη και να δείξει τον καλό του εαυτό.
-          Διαβάζει τις σκέψεις μου. Εκτός κι αν… εκτός κι αν… εγώ σκέφτομαι δυνατά… προσπάθησα να σιγουρέψω αυτή τη φορά πως μιλάω στον εαυτό μου και μόνο στον εαυτό μου.
-          Θα φτάσουμε σε αυτό το περίπτερο. Το βλέπεις; Λοιπόν, θα αναρωτιέσαι πώς έχασα το πόδι μου.
-          Όχι… εγώ…
-          Όλοι αυτό απορούν με το που με βλέπουν… φίλε Γιώργο, έπαθα ζάχαρο… ξέρεις τι παλιοαρρώστια είναι αυτή; Παλεύεις με τις αδυναμίες σου… κάθε ώρα και κάθε στιγμή… πρέπει αυτό που σου αρέσει να το αποφεύγεις… φαντάζεσαι τον εαυτό σου να διώχνεις συνεχώς αυτό που σου αρέσει; Τώρα όμως προσέχω. Αν δεν προσέξω, θα χάσω και το άλλο πόδι. Μου το είπε ο γιατρός, φίλε Γιώργο, σε αυτόν πάω τώρα. Μου το είπε ξεκάθαρα. Με την παραμικρή ενόχληση να πάω να με εξετάσει. Στο νοσοκομείο πάω. Αν δεν μπορείς, άφησέ με εδώ. Θα πάω μόνος. Και μέχρι εδώ που με έφερες, σε ευχαριστώ πολύ, φίλε Γιώργο. Είσαι αναπλιωτάκι;
-          Θα σε πάω μέχρι το νοσοκομείο, μη σε νοιάζει. Όχι, δεν είμαι από το Ναύπλιο, αλλά μου αρέσει πολύ η πόλη.
-          Σε ευχαριστώ πολύ, φοβάμαι και με το παραμικρό τρέχω στον γιατρό. Να φανταστείς δεν πατάω το καλό πόδι στη γη. Να μην το κουράσω και έχω πρόβλημα μετά και σ’ αυτό. Σταμάτα εδώ, σε παρακαλώ. Θα σε κεράσω κάτι στο περίπτερο. Θα μου την κάνεις τη χάρη.
-          Όχι, σε ευχαριστώ πολύ, δε θέλω τίποτα.
-          Μαρία, έναν πύραυλο και ρέστα από δίευρο.
Η νεαρή γυναίκα έδειξε πως δεν ξαφνιάζεται, σαν να συνέβαινε το ίδιο ακριβώς περιστατικό κάθε μέρα χρόνια τώρα, άνοιξε το ψυγείο και πρόφερε διστακτικά μια δικαιολογία πως δεν έχει τον πύραυλο που είναι ο αγαπημένος του.
-          Αύριο θα έχεις όμως, είπε με την αισιοδοξία του να χτυπάει κόκκινο και τη λαιμαργία να κάνει το βλέμμα του γυάλινο.
-          Είπες πως προσέχεις, αλλά… σκέφτηκα με τον φόβο μη διαβάσει ξανά τις σκέψεις μου.
-          Δεν προσέχω, Γιώργο, το ξέρω, αλλά φοβάμαι πως ο γιατρός θα με κρατήσει μέσα και θα με αποκλείσει από όλα αυτά τα ωραία… Ακολούθησε αυτό το πράσινο αυτοκίνητο και στάσου στη μέση του δρόμου, αλλιώς κανείς δεν πρόκειται να σταματήσει…
-          Όλα τα ξέρεις; Σιγά μη και δε σταματήσουν. Κάποιος θα σταματήσει. Δεν μπορεί. Βλέπουν ένα αναπηρικό καρότσι να πρέπει να διασχίσει τον δρόμο. Όλοι θα σταματήσουν.
Σιγουρεύτηκα πως μιλάω στον εαυτό μου και μόνο στο εαυτό μου. Ο Δημήτρης δε μιλούσε. Κάποια στιγμή μόνο, όπως ξεφυσούσα από απογοήτευση και προσπαθούσα να αποφύγω τα μηχανάκια που με προσπερνούσαν και τα αυτοκίνητα που μας έκλειναν τον δρόμο, μου έριχνε ένα βλέμμα που διάβαζες ξεκάθαρα τι ήθελε να πει. «Κάθε μέρα τα ίδια, φίλε Γιώργο. Δεν αλλάζει ο κόσμος!».
Περάσαμε ανάμεσα στα τραπέζια ενός καφενείου με τους θαμώνες να μη δίνουν καμία σημασία στον Δημήτρη που τους χαιρετούσε και σε μένα, σαν να συνέβαινε κάθε μέρα το ίδιο καθόλου ασυνήθιστο περιστατικό, ένας άγνωστος να σπρώχνει το καρότσι του Δημήτρη. Ήθελα να τον ρωτήσω αν έχει συγγενείς και φίλους. Μου φάνηκε πως κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Τρόμαξα.
 Το πεζοδρόμιο στην είσοδο του νοσοκομείου είχε ειδικά διαμορφωμένο χώρο από όπου μπορούσε πιο εύκολα να περάσει το καρότσι, αλλά… ο μισός σχεδόν χώρος είχε καλυφθεί από ένα παρκαρισμένο φορτηγάκι, που ο οδηγός προφανώς απολάμβανε το καφεδάκι του συν μια παρτίδα δηλωτή ή τάβλι και φυσικά ούτε που μπήκε στον κόπο να σηκωθεί να μας βοηθήσει. Ένας νοσοκόμος μάς άνοιξε την κεντρική είσοδο και μετά συνέχισε το τσιγάρο του. Ο Δημήτρης ήξερε τους διαδρόμους απέξω κι ανακατωτά. Με οδήγησε στα εξωτερικά ιατρεία και τον βοήθησα να καθίσει σε μια καρέκλα κοντά στη γραμματεία.
-          Σε ευχαριστώ πολύ, Γιώργο.
-          Να είσαι καλά και να προσέχεις, φίλε.
Δε βρήκα να πω τίποτα άλλο και τον χαιρέτισα. Από τα μάτια του είχε φύγει η γυαλάδα. Είχαν μείνει θολά. Δε με κοιτούσαν. Ξαναπέρασα μπροστά από την πινακίδα του «πρώτου φαρμακείου της χώρας» και προσπέρασα αδιάφορα το ψέμα της.

Γιώργος Γιώτης, 10/7/2018



Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Πουριά, Σκύρος


Φωτογράφιζα τον ήλιο που έφευγε αργά. Ίσως το κάνει επίτηδες, χαμογέλασα. Για να τον προλάβω πριν κρυφτεί πίσω από το ακρωτήρι. Η Χαρά αναρωτιόταν πού είχαμε ξανά την ίδια αίσθηση, σαν να είμαστε σε καράβι.
Έκλεισα τα μάτια.
Στο μυαλό μου ξετυλίγονταν εικόνες από το βιβλίο του Λίτελ. Ο Μαξιμίλιαν Άουε ταξίδευε σε ένα βαγόνι από το Βερολίνο στο Πότσδαμ. Δίπλα η αδερφή του και στο κεφάλι του η κυλινδρική άδεια διαδρομή μια σφαίρας από τις τελευταίες μέρες της 6ης στρατιάς στο Στάλινγκραντ.
Άνοιξα τα μάτια.
Τα παιδιά κοιτούσαν θαμπωμένα τον Άγιο Νικόλα χτισμένο μες στον όρθιο βράχο. Πίσω τα Πουριά και ψηλά στο βάθος η Χώρα.
Το κύμα έσκαγε στα βράχια κάτω από τα πόδια μας και από το ηχείο μια γλυκιά γυναικεία φωνή μας καλούσε να πάμε «να βρούμε ένα αστέρι σε έναν κόσμο μαγικό».  
Γιώργος Γιώτης (30/6/2018)