Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Μία αναδρομή



Η Ν. διάβαζε τα Μωραΐτικα Κάλαντα. 
Στις υπόλοιπες ομάδες 
με ανοιχτά τα Ανθολόγια 
ετοίμαζαν ερωτήσεις και 
συζητούσαν τις απορίες τους.
Κανείς δε ρωτούσε γιατί
«το μέλι τρων οι άρχοντες και το γάλα οι αφεντάδες».
Όσο οι ομάδες δούλευαν,
προετοίμαζα την επόμενη κίνηση.
Πεταγόταν ο παππούς μου
να μιλάει για τα έθιμα που χάνονται
και φταίμε εμείς οι δάσκαλοι.
Η Νέβι για μία γιόγκι εκδοχή της γιορτής
με Γιόκο Όνο και Λένον
αλλά κατά βάθος
ένα θαυμασμό στο «μούτρο» τον Σινάτρα.
Η Λουί να τραγουδά τα ηπειρώτικα κάλαντα:
«Τα σπάργανα να φτιάξουμε
και το Χριστό ν' αλλάξουμε».
Τόλμησα να επιχειρήσω μία αναδρομή,
θεωρώντας τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση της φτώχειας
χαρακτηριστικό ενός μακρινού παρελθόντος.
«Δεν έχω ζήσει φτώχεια» ξεκίνησα
«αλλά έχω διαβάσει πως …»
«Δεν πειράζει, κύριε,
θα τη ζήσουμε όλοι μαζί τώρα»
με έκοψε η Μ.
και βυθίστηκε ξανά
στις συζητήσεις της ομάδας της

(Εικόνα: Νικηφόρος Λύτρας, Κάλαντα, 1872).

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Με το χαμόγελο των καρτούν


Πονούσε το κεφάλι μου απ’ το πρωί
κι αν δεν σήκωνα τα μάτια, 
δε θα τον έβλεπα.
Με το χαμόγελο των καρτούν, 
κόκκινο σκούφο και μαύρες μπότες 
έμοιαζε εγκλωβισμένος στο μπαλκόνι.
Σαν να του τέλειωσαν τα δώρα και παράτησε το σάκο.
Λες και φανερώθηκε το μυστικό,
πέταξε την κόκκινη στολή
και τώρα φορούσε καρό πουκάμισο.
Ήταν φρεσκοξυρισμένος.
Χάζευε από ψηλά
μία πόλη που έσβηνε
με τους ανθρώπους της σκυφτούς
ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι στην καρδιά του χειμώνα.
Έκλεισα τα μάτια
να δραπετεύσω από τον πονοκέφαλο.
Μάταια.
Όταν τα ξανάνοιξα,
δεν υπήρχε κανείς στο μπαλκόνι.

(Εικόνα: Raphael Lacoste, Balcony)

Μια τρυφερή καθημερινότητα


Εκείνη υπογράμμιζε 
στο βιβλίο της Χημείας τα κύρια σημεία. 
Όλο το Σαββατοκύριακο απαντούσε με χαμόγελο 
στα παράπονα της κόρης της 
για τη συχνότητα των διαγωνισμάτων 
στο γυμνάσιο.
Εκείνος φρεσκοξυρισμένος,
καλούσε τον Mojo rising,
ανακάτευε για ώρα με ξύλινη κουτάλα
κρεμμυδάκια με μανιτάρια
κι έσβησε τελικά τη σάλτσα με κόκκινο κρασί
χωρίς να πιει γουλιά.
Ολόκληρο Σαββατοκύριακο
δεν έβγαλε νότα στην κιθάρα
αλλά δε νοιάζεται.
Κανείς τους δε νοιάζεται.
Δραπέτευσαν και οι δυο
σε μια τρυφερή καθημερινότητα.

(Εικόνα από Thosio Ebine)

Ένα περιστέρι μες στην τάξη


Δευτερόλεπτα μετά το κουδούνι η αίθουσα ήταν άδεια.
Δεν μπορούσα να εξηγήσω τις φωνές. 
Πετούσαν από το βάθος του διαδρόμου και πλησίαζαν. 
Ήμουν μόνος, όταν το περιστέρι μπήκε μέσα. 
Με κοίταξε για λίγο, 
μάλλον ταυτόχρονα έψαχνε
μέχρι να αποφασίσει
πού θα προσγειωθεί.
Θυμήθηκα ένα βιβλίο του Ζισκίντ:
ο ήρωας παγιδευμένος στο σπίτι του
από ένα περιστέρι που έκοβε βόλτες
στο διάδρομο της πολυκατοικίας.
Αλλά εγώ δεν ήμουν μόνος.
Η Νέβι απαντούσε στη Νίκη
πως δεν είναι και το καλύτερο pet
ένα περιστέρι μες στην τάξη.
- Σαν ποντίκι με φτερά, έλεγε με νόημα για να τονίσει τη σχέση του πτηνού με την καθαριότητα.
- Σαν τη νυχτερίδα; Φοβόταν ψεύτικα η Γεωργία.
Την υπόθεση ανέλαβε με συνοπτικές διαδικασίες ο διευθυντής. Κατέβαινα τις σκάλες και φανταζόμουν τις δεκαοχτούρες του Υμηττού να κατακλύζουν την τάξη μου και το διευθυντή ως φιλότιμη Μαίρη Πόπινς να τα κυνηγάει με μαύρη ομπρέλα προς την έξοδο.

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012


Τους αφηγήθηκα το μάθημα σχετικά με τις συνθήκες της ζωής των υποδούλων και τους έδωσα ένα σχεδιάγραμμα με τα βασικά σημεία. Είχα σκοπό να τους κατευθύνω σε ερωτήσεις που είχα ετοιμάσει την προηγούμενη μέρα. 
Ο Γιώργος ρώτησε αυθόρμητα και 
με σιγανή φωνή:
- Έκαναν τίποτα καλό, κύριε;
Συνειδητοποίησα πως επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Κρέμονταν με μάτια γουρλωμένα κάπου ανάμεσα στα ακίνητα χείλη μου και το ανοιχτό βιβλίο που ίσως έκρυβε κάποια απάντηση.
Ο Νίκος, όπως το συνήθιζε, πετάχτηκε και με χειρονομίες προσπάθησε να ξεσηκώσει και τους υπόλοιπους. Αλλά κι αυτός ρωτούσε.
- Τουλάχιστον θα εκδικηθούμε στα επόμενα κεφάλαια;
Η Νεφέλη επιχείρησε να με βγάλει από τη δύσκολη θέση.
- Αυτοί που μάζευαν τους φόρους ήταν Έλληνες;
Έπρεπε να διαχειριστώ το μίσος που έβλεπα να ανεβαίνει στα μάτια τους. Θα μπορούσα να τους πω το κλασικό «Βιάζεστε, θα τα μάθουμε όλα στις επόμενες σελίδες», όμως μια υποψία με σταμάτησε, πέρασε ξυστά και μου ψιθύρισε στο αυτί
- Δε σε ρωτάνε για τότε …
Πάγωσα. Έπρεπε κάτι να πω. Ρολόι δεν υπήρχε στο χέρι μου. Ούτε στον τοίχο. Έκλεισα τα μάτια.
Για να με προσέξουν;
Δεν είχαν πάρει τα μάτια τους από πάνω μου.
Για να κερδίσω χρόνο;
Δεν ωφελούσε πια.
Άνοιξα τα μάτια.

Ήταν Σάββατο 7 το πρωί …

(Η εικόνα: Alexander Jansson, Sorychta Sisters, 2008)

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Όλα στο πρόγραμμα


Όλη μέρα έψαχνα την κατάλληλη λέξη. 
Την άκουσα στο ραδιόφωνο. «Πρόγραμμα». 
Ναι, τελικά, όλα ήταν στο πρόγραμμα.
Ίδια και απαράλλαχτα. 
Τα παιδιά που ζητωκραύγαζαν επειδή θα έχαναν μάθημα. 
Οι γονείς που δυσανασχετούσαν «ποιος θα φυλάξει 
το παιδί τόσες ώρες;».
Ο διευθυντής που θα έπρεπε να αλλάξει το πρόγραμμα.
Οι συνάδελφοι
που – για μία ακόμη φορά –
θα αυτοαναγορεύονταν σε «προσωπικό ασφαλείας»
και θα έφτιαχναν ένα τρίωρο
στα μέτρα τους.
Οι διαδηλωτές με βήμα παρέλασης,
αστυνομικοί όμως πουθενά,
αλλά στην ώρα τους τα επεισόδια
και όπως απαιτεί το πρόγραμμα η ηρωική έξοδος των ροπαλοφόρων.
Στο τέλος της γιορτής
βγήκαν οι δημοσιογράφοι να συμπεράνουν
πως το τέλος μετράει γι’ αυτούς
και … πάει … η εικόνα χάλασε!
Η μονοτονία γεννάει θλίψη.
Το μέλλον απόλυτα προβλέψιμο και πάλι όμως επικίνδυνο!
Αύριο, το «προσωπικό ασφαλείας» δε θα μας κοιτάει στα μάτια.
Στο πρώτο διάλειμμα μόνο …

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Μπλε φεγγάρι


«Μπλε φεγγάρι πάνω από το Σούνιο» 
ψιθύριζα 
και οδηγούσα στην παραλιακή 
φλερτάροντας επικίνδυνα 
με τα βράχια δεξιά 

(πάνω από τα νερά που καθρέφτιζαν την πανσέληνο)
και τα φώτα αριστερά
(να με σημαδεύουν στο δόξα-πατρί).
Η Χαρά μιλούσε για την καλύτερη διαδρομή της Αττικής,
η Δήμητρα είχε δαιμονισμένο κέφι
και η Μαρία γελούσε ευγενικά.
Με παρηγορούσε κάπως
η εικόνα του Ερρίκου Μπριόλα
να κοιτάει μπροστά και να κουνάει πέρα δώθε το τιμόνι
στην ίδια παραλιακή,
όσο ο φακός ασχολιόταν
πότε με τις ρόδες που στρίγκλιζαν στα βράχια
και πότε με τα χείλη του
βρεγμένα από το ουίσκι εκείνης της δεκαετίας.
Στην επόμενη σκηνή σχεδόν πάντα
ήταν εκτός εαυτού
με φόντο κάποια ερημική παραλία του Σαρωνικού.
Για μένα όμως επόμενη σκηνή δεν υπήρχε.
Εκατοντάδες αυτοκίνητα,
μπροστά να θέλουν κι αυτά να πάνε στην ίδια συναυλία,
πίσω να κορνάρουν που οδηγώ αργά ο άσχετος,
δεξιά κι αριστερά παρκαρισμένα να διστάζουν αν πρέπει να γυρίσουν ή να συνεχίσουν.
Λίγο μετά τα Λεγραινά σταμάτησα.
Επέστρεφα διανύοντας τις ίδιες αποστάσεις στο μισό χρόνο.
Σταματήσαμε στο προάστιο με τον περισσότερο κόσμο
και περπατούσαμε δίπλα στη θάλασσα.
Ο χρόνος είχε σταματήσει στη δεκαετία του 70
και πετούσε πάνω από τα σπίτια,
προσγειωνόταν σε τραπέζια δίπλα σε πίτσες και μπύρες,
τσιμπούσε τα ψίχουλα κάτω από τα παγκάκια
και ψάρευε με φακό στην προκυμαία.
Αυτό ήταν όλο. 

Το νερό ανάποδα


Ο αέρας δυναμώνει 
με τους ήχους της μίζας 
σε παλιό αυτοκίνητο,
μπουμπουνητά γδέρνουν 
την πόρτα του ουρανού. 

Φυσάει.

Ψιχάλες
σκαλίζουν το χώμα,
ησυχάζουν τη σκόνη
πάνω στα φύλλα.
Τα τελευταία πουλιά
εγκαταλείπουν τα κλαδιά,
τα παιδιά κλαίνε
πίσω απ’ το παράθυρο.
Βρέχει.

Και το βράδυ στ’ όνειρο
μαλώνω
με τους φίλους του χειμώνα,
τεράστια μάτια διαλύονται
και βυθίζονται σε γούρνες
με το νερό
να ταξιδεύει ανάποδα.

Μετρώντας αυτοκίνητα ή ευγενικές εκφράσεις


Στις οικογενειακές βόλτες 
– Κυριακή απόγευμα συνήθως – 
η αδερφή μου κι εγώ παίζαμε ένα παιχνίδι 
«ποιος θα εντοπίσει τα περισσότερα αυτοκίνητα CITROEN», 
ο πατέρας οδηγούσε 

και η μητέρα φώναζε να μην τσακωθούμε στο τέλος,
αλλά πάντα καταλήγαμε τα δύο αδερφάκια
σε νυχιές, κλωτσιές και χαστούκια.
Σήμερα επινόησα μία παραλλαγή.
Να μετρήσω (μόνος μου όμως) ευγενικές εκφράσεις που θα ακούσω.
Μπήκα σε μία τράπεζα,
πήρα ένα χαρτάκι από το μηχάνημα,
βάδιζα δήθεν αδιάφορος πάνω – κάτω
και κατασκόπευα τους πάντες.
Συμπέρασμα: απογοητευτικό.
Βγήκα έξω με την υποψία
μήπως πλέον οι λέξεις «συγγνώμη», «ευχαριστώ»
εξαφανίστηκαν.
Τα βλέμματά τους δε συναντιούνταν
και μια βιασύνη έβγαζαν στις κινήσεις.
Μπήκα στο αυτοκίνητο
κι αφηρημένος κοιτούσα ένα άσπρο CITROEN.
Η οδηγός μου χαμογελούσε ευγενικά,
θυμήθηκα πάλι το παιδικό παιχνίδι,
έβαλα μπροστά,
απέφυγα το βλέμμα της.
Θα μπορούσα να πω
έστω ένα «ευχαριστώ».
Τι θα έβαζε τώρα με το νου της για μένα;

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Τέρμα η μουσική

Είσαι ένας ήσυχος ανθρωπάκος
οδηγείς την ώρα που πέφτει το απόγευμα
και ξαφνικά θυμάσαι
πως κάποτε ήσουν κι εσύ παιδί.
Δυναμώνεις τη μουσική
όλο και περισσότερο
όσο η κόρη σου σε σκουντάει
"μπαμπά, μας κοιτάνε!!!"