Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Το έντομο

Χτες ήταν συννεφιά.
Όλοι έτρεμαν το κακό 
που ήταν έξω από την πόρτα.
Αυτοί που διώχτηκαν 
φώναζαν, απειλούσαν πως 
κάτω από κάθε πέτρα
κρύβονταν φίδια.
Ο πανικός περπατούσε
σαν έντομο στην επιδερμίδα.

Σήμερα όμως …
Έσκασε ένα χαμόγελο
ο ήλιος που βγήκε.
Ψέματα ήταν όλα
και τα φίδια και η συννεφιά.
Δεν απειλούν τώρα,
δεν σκορπούν τον πανικό,
αλλά δε σωπαίνουν.

Το έντομο πέταξε μακριά
μαζί όμως
με τις σκέψεις
που είχαμε κάποτε αγαπήσει.
Γιατί απλά
αλλιώς είχαμε φανταστεί το τέλος.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Δύο ακόμη εντολές



Εκτός από τις Δέκα Εντολές υπάρχουν δύο ακόμα που γράφτηκαν ειδικά για το στρατό. Τις άκουσα πριν χρόνια από τον φίλο μου τον Άγγελο, τις έγραψα πρόχειρα σε ένα χαρτί, το οποίο μόλις ανακάλυψα παραπεταμένο και λίγο πριν το πετάξω, αντιγράφω εδώ όπως τις άκουσα (σε ελληνικά που θυμίζουν Μποστ):

Ενδεκάτη εντολή κτηθείσα εν τω στρατεύματι:
Ουκ εμφανισθείς ενώπιον του ανωτέρου σου άνευ αποχρώντος λόγου.
Θα βρει ούτος λόγον και δη αποχρώντα τοιούτον.

Δωδεκάτη Εντολή
Στο στρατό μην υποβάλης ποτέ προτάσεις. Θα κληθείς να τις εκτελέσεις.



Και για τη ιστορία: Λοχαγός Χαριτάτος 1972, Άνω Πορόια, Κις Μπουνάρ (Μπέλες)

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Μολυβιές



Ψάχνω μολυβιές στον ουρανό
Χάνω ένα ένα τα συναισθήματα
Κρύβω στην ανάσα λέξεις.


Κάποια μέρα θα είμαι πάλι δυνατός
... και τότε όλα θα γίνουν καλύτερα...

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Ασπρόμαυρο



Από το ασπρόμαυρο των παιδικών σου χρόνων 
δεν πρόκειται να ξεφύγεις ...


θα λαχανιάζει η σκέψη σου σε στιγμές 
που μπορούσαν όλα να ήταν αλλιώς ...

θα κολλάει το βλέμμα σου
στους φθαρμένους τοίχους ...

σε όποια γωνία και αν κάτσεις
δε θα φτάσεις τις φωνές,
κανένα χρώμα δε θα είναι ίδιο ...

γιατί οι γεύσεις και τα αρώματα
έχουν χαθεί για πάντα ...


(Η φωτογραφία: Elliot Erwitt, Paris 1970)

Λόγια / γέφυρες ανάμεσά μας



Λόγια / γέφυρες ανάμεσά μας / γκρεμίζονται.
Εικόνες / στα μάτια μπροστά / ξένες.
Τραγούδια / μελαγχολικά / όσο το φως δε λέει να φύγει.
Ταινίες / συναισθήματα παλαιάς κοπής.
Βιβλία / σε διαβάζουν χαιρέκακα.
Εικόνες / δε σε αφορούν.
Λόγια / δε σε ρωτούν / επιστρέφουν.

Ο πίνακας: George Grosz, La Ville (1916-17)

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Η καρέκλα



Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Χρόνια και ζαμάνια από την προηγούμενη φορά που σου έγραψα.
Σήμερα η μέρα ήταν υπέροχη, όσον αφορά στον καιρό και μόνο.
Βρέθηκα στο νοσοκομείο "Σωτηρία", μπλεγμένος σε αυτό που συχνά λέμε έτσι απλά
«γραφειοκρατία», τραβιόμουν από κτίριο σε κτίριο
για χαρτιά, σφραγίδες, θεραπείες κι εξετάσεις σε διαφορετικές πτέρυγες
του ίδιου όμως ασθενή, ο οποίος δεν μπορούσε να περπατήσει.
Στο ακτινολογικό ζήτησα μία αναπηρική καρέκλα.
Νοσοκόμοι, τραυματιοφορείς και γιατροί με κοιτούσαν τρομαγμένοι. Υπέθεσα με αυτό που έβλεπαν ή άκουγαν.
Νόμιζα πως είχα βγει αχτένιστος, αξύριστος, χάλια όπως ξύπνησα.
Δε μου απαντούσε κανείς για την καρέκλα.
Ένας περαστικός, μάλλον συγγενής ασθενούς κι αυτός,
με συμβούλευσε ψιθυριστά:
«Φώναξέ τους. Δεν ακούν διαφορετικά.»
Ξέχασα να σου πω πως είχα έρθει ενώπιος ενωπίω (που λένε)
με τους δημόσιους υπαλλήλους (ακούς ειδήσεις στα κανάλια και καταλαβαίνεις) ήμουν προκατειλημμένος.
Ένας γιατρός με κοίταξε στα μάτια: «Δεν υπάρχει καρέκλα».
Δεν υπήρχε ψέμα στο βλέμμα του.
«Αν βρεις καρέκλα, θα έρθω εγώ να σε βοηθήσω να τον φέρουμε μαζί. Είχαμε μία μόνο και προχτές μας την έκλεψαν»
Όχι, τίποτα το σημαντικό. Στο γράφω έτσι, για να γνωρίσεις κάποιους δημόσιους υπαλλήλους όπως δε θα τους παρουσιάσουν ποτέ τα κανάλια. Πήγαμε μαζί σε μια άλλη πτέρυγα. Παρακάλεσε κι ο ίδιος. Ξέρω, θα πεις πως με έπιασαν πάλι τα ποιητικά μου. Δε θα με πιστέψεις. Πίστεψε τα κανάλια σου. Δε με νοιάζει. Εμείς πάντως βρήκαμε καρέκλα. Μαζί.

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Μεγάλωσες



Καταλαβαίνεις πως μεγάλωσες
όποτε ο γιος σου ανεβάζει την ένταση στη μουσική
περισσότερο απ’ όσο αντέχεις,
κάθε φορά που η κόρη σου αργεί
να επιστρέψει βράδυ,
όταν φυσάς προς τα πάνω
και δε μετακινείται καμία φράντζα,
αφού δεν είσαι εσύ ο αυθόρμητος
κι ούτε που χρειάζεσαι πλέον ψέματα
για να βγεις, να μη διαβάσεις.
Ξέχασες το άγχος των εξετάσεων,
δεν καπνίζεις…
Το καταλαβαίνεις πιο πολύ ως συναίσθημα.
Φόβος όποτε ακουστούν φρένα να στριγγλίζουν,
θλίψη κάθε φορά που πέφτεις σε μισόλογα και ψίθυρους,
αγωνία όταν πετάγεσαι από τον ύπνο
και ρωτάς αν τα παιδιά γύρισαν.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Από πού έρχονται τα όνειρα



Ο χρόνος μου είναι
60 δευτερόλεπτα στο λεπτό
και η αγωνία να αιωρηθώ
όσο μπορώ περισσότερο
πάνω από το γαλάζιο κενό.
Ο ίλιγγος σφίγγει το στομάχι
και μ’ απειλεί
πως δε θα τα καταφέρω.
Ο χώρος μου είναι
100 εκατοστά στο μέτρο
κι ένα διάφανο ρολόι
σε δωμάτιο φτιαγμένο από γυαλί.
Απλώνω το πόδι,
ταλαντεύομαι να φτάσω το σκαλί.
Για κάποιο λόγο πέφτω
ενόσω γυρνούν οι σελίδες του Ιούλιου Βερν
και τρίζουν τα παλιά ρολόγια.
Στο τέλος η απορία μένει
αν όλα συμβαίνουν πραγματικά
και από πού έρχονται τα όνειρα.

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Εσύ συνέχισε ...



Στη γειτονιά μυρωδιές
ενός επίμονου χειμώνα
και οι ταμπέλες σβησμένες.
Με κοίταξε με την ανάσα
κομμένη στο ρυθμό της απελπισίας:
"Εσύ συνέχισε" άκουγα.
Τοίχοι στο χρώμα
που θα ταίριαζε στη μνήμη
και μια υποψία
πως η στέγη από στιγμή σε στιγμή
θα έπεφτε.
"Συνήθισαν τα αυτιά μου στα παράπονα
και δεν πρέπει να δώσω σημασία" σκέφτηκα.
Όταν ανέβηκε όμως τα σκαλιά,
στάθηκε για πολύ λίγο να με δει.
Κι ούτε που περίμενε.
Άφησε μόνο πίσω του
τα λόγια εκείνα πάλι
και μένα χωμένο στις ενοχές.

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Έμοιαζε εργοστάσιο ...



Έμοιαζε εργοστάσιο
ίσως πιο πολύ στρατόπεδο,
γυρνούσα στο προαύλιο,
τα παιδιά δεν έμπαιναν στις τάξεις,
ζητούσαν με τα μάτια
και σκαρφίζονταν παιχνίδια.

Οι γονείς δε γυρνούσαν στα σπίτια
έμεναν κρεμασμένοι στα κάγκελα
δεν τους περίμενε καμιά δουλειά
δεν είχαν λόγο καλό να πουν,
όταν μιλούσαν για τους άλλους.
Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιους.

Από τα μεγάφωνα έβγαιναν ονόματα
και από τις αίθουσες στοίβες χαρτιά
αλλά κανείς δεν πρόσεχε πως πίσω
κρύβονταν άνθρωποι.
Έβλεπα και το όνομά μου να πετάει
ανάμεσά τους.

Ήχοι δεν υπήρχαν όμως ...